Σήμερα, όπου δεν ζουν πλέον πολλοί μοναχοί στην έρημο και οι περισσότεροι πιστοί έρχονται στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, για να αναπαυθούν πνευματικά και να διδαχθούν, δεν είναι πιο ωφέλιμο να προσευχώμεθα γι` αυτούς και να τους συμβουλεύουμε με λόγια και συμβουλές παρηγορητικές; Τι να προτιμάμε περισσότερο, την ησυχία ή την ευαγγελική αγάπη;
Να τα εφαρμόζουμε και τα δύο, για να μη αντιτίθενται μεταξύ των, όμως με πολλή προσοχή και ταπείνωση. Το καλό έργο που κάνουμε σήμερα να μη γίνεται και πάντοτε. Δηλαδή να μη αφήνουμε την μοναχική μας ταξί και ζωή, την προσευχή, δηλ. την σιωπή την υπακοή, την εγκράτεια των αισθήσεων, την καθαρότητα και πτώχεια για την αγάπη του Χριστού, διότι όλα αυτά μας βοηθούν στην κάθαρση, στην πνευματική πρόοδο και την ωριμότητα, ώστε να γίνουμε ωφέλιμοι γι' αυτούς που έρχονται στο μοναστήρι. Έτσι λοιπόν, οι νέοι μοναχοί, οι αρχάριοι, οι ποθούντες την ησυχία, οι μεγαλόσχημοι οι γέροντες πατέρες και οι ασθενείς πρέπει να προτιμούν την σιωπή περισσότερο, την υπακοή, την εκκλησία, το κελί και την ησυχία.
Ενώ οι Πνευματικοί, οι διορισμένοι να αναπαύουν τους λαϊκούς πατέρες, οι λειτουργοί ιερείς, που έχουν μία ενάρετη ζωή και το χάρισμα του λόγου, είναι υποχρεωμένοι να δέχονται τους πιστούς με πολλή αγάπη, να ακούουν τις στενοχώριες των, να τους συμβουλεύουν, να προσεύχονται γι' αυτούς και να τους παρηγορούν πνευματικά, διότι αυτός είναι ο σκοπός των μοναστηριών μας και μόνο έτσι διατηρήθηκε καθαρή ή πίστης προς τον Χριστό και η ενότης στο έθνος μας.
Έτσι έκαναν και οι παλαιοί πατέρες μας. όμως η προσευχή, η εκκλησία και το διακόνημα να μη σταματούν και τότε ο Θεός της αγάπης θα είναι πάντοτε μαζί μας.
Έρχεται όμως και ο σατανάς, σ' αυτούς τους διδασκάλους και παρηγορητές του λαού, οι οποίοι δεν έχουν πολύ χρόνο για προσευχή και αρκετή ησυχία και τους πολεμά με σκληρούς πειρασμούς, όπως και τους άλλους μοναχούς, προπαντός με την περίσπασι του νου, με τους ακάθαρτους λογισμούς, με την κενοδοξία, την γαστριμαργία και την φιλοχρηματία. Και εάν δεν εξομολογούνται καθαρά και συχνά και δεν προσέχουν και αυτοί, αλλά ηδονίζονται με τους κακούς λογισμούς τους, είναι κατόπιν εύκολο να πέσουν σε θανάσιμη αμαρτία.
Γι' αυτό ακριβώς χρειάζεται πολλή προσοχή όσον αφορά αυτά εκ μέρους των εργαζομένων πνευματικά για τον λαό του Θεού. Και μάλιστα να μη δέχονται επαίνους και ευχαριστίες, ούτε τρόφιμα και περιουσίες, διότι πολλοί ποιμένες των ψυχών υποτάχθηκαν σ' αυτά και κολάσθηκαν.
Ο Απόστολος Παύλος επειδή ήξερε τι θεμέλια χρειάζονται γι' αυτούς που κηρύττουν το λόγο του θεού στους άλλους, έλεγε στον εαυτό του
"αλλά υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι" (Ρωμ. 14, 27).
Αυτός βασάνιζε το σώμα του με νηστεία, με ολονύκτια αγρυπνία, με εργόχειρο και με προσευχή, για να μη πέσει και σκανδαλίσει τους επιστρέφοντας στον Χριστό.
Το ίδιο έκανε και ο Μωυσής.
Αυτός πρώτα προσευχόταν και κατόπιν δίδασκε τον λαό.
Ο Θεός διέταξε στον Μωϋσή ότι η λυχνία με τα επτά καντήλια να είναι εξ ολοκλήρου χυτή και κτυπημένη με σφυρί, για να φανεί ότι, αυτός που θέλει να είναι φως στους άλλους να είναι τέλειος και να έχει δοκιμαστή με τα σφυροκτυπήματα των πειρασμών.
Μόνο έτσι αυτός που διδάσκει τους άλλους "δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι", όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος.