Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ μας είναι από τη φύση της καθολική και ασφαλώς οικουμενική (παγκόσμια). Έχει ανοιχτή την αγκαλιά της σ' όλους τους ανθρώπους, κάθε φυλής και εποχής, και τους καλεί να έρθουν κοντά της. Ό Χριστός, που είναι ή κεφαλή της, απευθύνει διαχρονικά στον κόσμο το «δεύτε προς με πάντες», ενώ παράλληλα στέλνει τους μαθητές Του να διδάξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας «εις πάντα τα έθνη».
Αυτή τη συστατική και φυσική ιδιότητα της Εκκλησίας, την οικουμενικότητα-παγκοσμιότητα, τη διεκδικούν σήμερα δυο κινήματα, που εκφράζουν το πνεύμα της εποχής: ό Οικουμενισμός και ή Παγκοσμιοποίηση.
Ή Παγκοσμιοποίηση προωθείται από ισχυρές πολιτικοοικονομικές δυνάμεις και προβάλλει το μοντέλο μιας ενοποιημένης ανθρωπότητας, ενώ ό Οικουμενισμός δραστηριοποιείται στον θρησκευτικό χώρο, επιδιώκοντας την εκπλήρωση του οράματος ενός ενωμένου Χριστιανισμού και στοχεύοντας τελικά σε μια οικουμενική θρησκεία, μια Πανθρησκεία. Στο τεύχος τούτο επιχειρούμε να σκιαγραφήσουμε το κίνημα του Οικουμενισμού στο οποίο συμμετέχει και ή Ορθοδοξία-, επειδή αυτό παραμένει άγνωστο στο ευρύτερο πλήρωμα της Εκκλησίας μας και επειδή οι εξελίξεις στους κόλπους του προκαλούν ανησυχία και προβληματισμό.
Ίσως ν' ακούγεται περίεργα, αλλά είναι γεγονός ότι σήμερα ό Οικουμενισμός απειλεί την οικουμενικότητα της Εκκλησίας μας, γιατί διολισθαίνει όλο και περισσότερο σε συμβιβαστικές-συγκρητιστικές τακτικές, που αναιρούν θεμελιώδεις αρχές της ορθοδόξου πίστεως. Και, ας μην το λησμονούμε, ή ορθή πίστη είναι ή πρώτη και κύρια προϋπόθεση της σωτηρίας του ανθρώπου, σύμφωνα με τη θεόπνευστη αγιοπατερική απόφανση: «Όστις βούλεται σωθήναι, προ πάντων χρή αυτώ την καθολική κρατήσαι πίστιν, ην ει μη τις σώαν και άμωμον τηρήσειεν, άνευ δισταγμού, εις τον αιώνα απολείται» (Σύμβολο της Πίστεως αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας) .
Έτσι, λοιπόν, αν το σωτήριο μήνυμα της Ορθοδοξίας μας χαθεί ανάμεσα στα πλάνα μηνύματα των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων, για χάρη ενός ουτοπικού οικουμενιστικού οράματος, τότε θα χαθεί και η ελπίδα του κόσμου.
Ο Οικουμενισμός
Τι είναι ό Οικουμενισμός.
Ο Οικουμενισμός είναι μια κίνηση, που διακηρύσσει ότι έχει ως σκοπό την ενότητα του διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου (Ορθοδόξων, Παπικών, Προτεσταντών, κ.ά.). Ή ιδέα της ενότητας συγκινεί κάθε ευαίσθητη χριστιανική ψυχή και ανταποκρίνεται στους μύχιους πόθους της. Την ιδέα αυτή οικειοποιείται και ό Οικουμενισμός. Αλλα το ενωτικό του όραμα, όραμα κατεξοχήν πνευματικό, το στηρίζει κυρίως πάνω στις ανθρώπινες προσπάθειες και όχι στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Μόνο το Υγιο Πνεύμα μπορεί, όταν συναντήσει την ανθρώπινη μετάνοια και ταπείνωση, να κάνει αυτό το όραμα πραγματικότητα.
Ή ποθητή ενότητα, αν και όταν συμβεί, δεν θα είναι παρά ένα θαύμα του Θεού.
Πότε εμφανίστηκε.
Οι ρίζες του Οικουμενισμού πρέπει ν' αναζητηθούν στον προτεσταντικό χώρο, στα μέσα του 19ου αί. Τότε κάποιες χριστιανικές Ομολογίες, βλέποντας τον κόσμο να φεύγει από κοντά τους λόγω της αυξανόμενης θρησκευτικής αδιαφορίας και των οργανωμένων αντιθρησκευτικών κινημάτων, αναγκάστηκαν σε μια συσπείρωση και συνεργασία.
Αυτή ή ενωτική δραστηριότητα τους έλαβε οργανωμένη πλέον μορφή, ως Οικουμενική Κίνηση, τον 20ό αι., και κυρίως το 1948, με την ίδρυση στο ʼμστερνταμ της Ολλανδίας του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), που εδρεύει στη Γενεύη.
Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι το Π.Σ.Ε. δεν θα μπορούσε ποτέ να πάρει "οικουμενικό" χαρακτήρα, αλλά θα παρέμενε απλά μια ενδοπροτεσταντική υπόθεση, αν δεν συμμετείχαν και κάποιες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Οι Ρωμαιοκαθολικοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Αργότερα όμως, χωρίς να ενταχθούν στο Π.Σ.Ε., μπήκαν κι αυτοί στην Οικουμενική Κίνηση. Με σχετικό διάταγμα της Β' Βατικανής Συνόδου (1964), εγκαινίασαν έναν δικό τους Οικουμενισμό που στοχεύει στην ένωση όλων των Χριστιανών κάτω από την παπική εξουσία.
Ή συμμετοχή των Ορθοδόξων στην Οικουμενική Κίνηση.
Πρέπει να ομολογήσουμε ότι σημαντική ώθηση στη δημιουργία της Οικουμενικής Κινήσεως έδωσε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ιδιαίτερα μάλιστα με το Διάγγελμα του 1920, που, όπως αποδείχθηκε, αποτέλεσε τη βάση και τον "Καταστατικό Χάρτη" της συμμετοχής των Ορθοδόξων στην Οικουμενική Κίνηση.
Το Διάγγελμα αυτό ήταν κάτι το πρωτόγνωρο στην ιστορία της Εκκλησίας, επειδή για πρώτη φορά επίσημο ορθόδοξο κείμενο χαρακτήριζε όλες τις ετερόδοξες Κοινότητες της Δύσεως "Εκκλησίες", «ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και σύσσωμους της επαγγελίας του Θεού». Έτσι ανέτρεπε την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Και για να μην αναφερθούμε σε παλαιότερες εποχές, φτάνει να θυμηθούμε ότι λίγα χρόνια νωρίτερα (1895) το ίδιο Πατριαρχείο, σε εγκύκλιο του τοποθετούσε τον Παπισμό εκτός Εκκλησίας, επειδή εισήγαγε «αιρετικός διδασκαλίας και καινοτομίας». Για αυτό και καλούσε τους Δυτικούς Χριστιανούς να επιστρέψουν στους κόλπους της μιας Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθοδοξίας.
Το Διάγγελμα του 1920 έχοντας ως πρότυπο τη διακρατική «Κοινωνία των Εθνών», πρότεινε τη σύμπηξη μιας «συνάφειας και κοινωνίας μεταξύ των Εκκλησιών», με κυριότερους στόχους α) την επανεξέταση των δογματικών διαφορών με συμβιβαστική διάθεση, β) την παραδοχή ενιαίου ημερολογίου (ή μερική εφαρμογή του οποίου επέφερε, δυστυχώς, ενδοορθόδοξο εορτολογικό διχασμό), και γ) τη συγκρότηση παγχριστιανικών συνεδρίων.
Έκτος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όλες σχεδόν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες ζήτησαν σταδιακά να γίνουν, και έγιναν, δεκτές ως μέλη του Π.Σ.Ε. Μερικές, ωστόσο, αναγκάστηκαν αργότερα ν' αναδιπλωθούν και ν' αποχωρήσουν, καθώς αφενός παρακολουθούσαν με απογοήτευση τον εκφυλισμό του και αφετέρου πιέζονταν από τις έντονες αντιοικουμενιστικές αντιδράσεις του ποιμνίου τους. Εύλογο πρόβαλλε το ερώτημα: Πώς, άραγε, μπορεί ή Ορθοδοξία να είναι ενταγμένη ως "μέλος" σε "κάτι", τη στιγμή που ή ίδια είναι το "όλον", το Σώμα του Χρίστου, και που καλεί όλους να γίνουν μέλη Του;
Ή παρουσία, άλλωστε, των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Συνελεύσεις του Π.Σ.Ε., λόγω του τρόπου συγκροτήσεως και λειτουργίας του, ήταν πάντα ισχνή, ατελέσφορη και διακοσμητική. Οι αποφάσεις του διαμορφώνονταν αποκλειστικά από την ποσοτική υπεροχή των προτεσταντικών ψήφων. Βέβαια, μέχρι το 1961, οι Ορθόδοξοι στις Γενικές Συνελεύσεις κατέθεταν ιδιαίτερες δηλώσεις -μερικές αποτελούν μνημειώδη ομολογιακά κείμενα- ως εκπρόσωποι της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Όσον αφορά στο οικουμενιστικό άνοιγμα του Βατικανού, ή ανταπόκριση της Ορθοδοξίας υπήρξε θετική, με κύριο εκφραστή της τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ό Πατριάρχης συναντήθηκε με τον πάπα Παύλο ΣΤ' στα Ιεροσόλυμα (1964), προχώρησε μαζί του στην αμοιβαία άρση των αναθεμάτων του Σχίσματος του 1054 και υποστήριξε το "διάλογο της αγάπης", προωθώντας έτσι τους στόχους της Β' Βατικανής Συνόδου
Τα θεωρητικά "ανοίγματα" του Οικουμενισμού.
Ό Οικουμενισμός, για να υλοποιήσει τους στόχους του, αναγκάζεται να παραθεωρήσει ή και ν' αναθεωρήσει ορισμένες βασικές αρχές της Ορθοδοξίας.
Προβάλλει την αντίληψη της "Διευρυμένης Εκκλησίας", σύμφωνα με την οποία ή Εκκλησία είναι μία και περιλαμβάνει τους Χριστιανούς κάθε Ομολογίας, από τη στιγμή που δέχτηκαν το βάπτισμα. Έτσι όλες οι χριστιανικές Ομολογίες είναι μεταξύ τους "Αδελφές Εκκλησίες".
Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και ή ιδέα της "Παγκόσμιας ορατής Εκκλησίας": Ή Εκκλησία που υφίσταται τάχα "αόρατα" και απαρτίζεται απ' όλους τους Χριστιανούς, θα φανερωθεί και στην ορατή της διάσταση με τις κοινές ενωτικές προσπάθειες.
Τις αντιλήψεις αυτές επηρέασε και ή προτεσταντική Θεωρία των κλάδων, σύμφωνα με την οποία ή Εκκλησία είναι ένα "δένδρο" με "κλαδιά" όλες τις χριστιανικές Ομολογίες, καθεμιά από τις οποίες κατέχει ένα μόνο μέρος της αλήθειας.
Ας προστεθεί επίσης και ή θεωρία των "δύο πνευμόνων", που αναπτύχθηκε μεταξύ ορθοδόξων οικουμενιστών και Παπικών. Σύμφωνα μ' αυτήν Ορθοδοξία και Παπισμός είναι οι δύο πνεύμονες, με τους οποίους αναπνέει ή Εκκλησία. Για ν' αρχίσει τάχα ν' αναπνέει ορθά και πάλι, θα πρέπει οι δύο πνεύμονες να συγχρονίσουν την αναπνοή τους.
Τέλος, στις μεθόδους, που χρησιμοποιεί ό Οικουμενισμός για την προσέγγιση των Χριστιανών, περιλαμβάνεται και ό δογματικός μινιμαλισμός. Πρόκειται για προσπάθεια να συρρικνωθούν τα δόγματα στα πιο αναγκαία, σ' ένα "μίνιμουμ" (=ελάχιστο), προκειμένου να υπερπηδηθούν οι δογματικές διαφορές μεταξύ των Ομολογιών. Το αποτέλεσμα όμως είναι ή παραθεώρηση του δόγματος, ό υποβιβασμός και ή ελαχιστοποίηση της σημασίας του. «Ας ενωθούν», λένε, «οι Χριστιανοί, και τα δόγματα τα συζητούν αργότερα ο! θεολόγοι»! Με τη μέθοδο βέβαια του δογματικού μινιμαλισμού είναι ίσως εύκολο να ενωθούν οι Χριστιανοί. Οι τέτοιοι "Χριστιανοί" όμως μπορεί να είναι "Ορθόδοξοι, δηλαδή αληθινά Χριστιανοί;
Η ορθόδοξη αντίληψη για την Εκκλησία.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, Εκκλησία και Ορθοδοξία ταυτίζονται. Ή Εκκλησία είναι οπωσδήποτε Ορθόδοξη και ή Ορθοδοξία είναι ή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού. Και επειδή ό Χριστός είναι ένας, άρα και ή Εκκλησία είναι μία. Γι` αυτό ποτέ δεν νοείται διαίρεση στην Εκκλησία. Μόνο χωρισμό από την Εκκλησία έχουμε. Σε συγκεκριμένες δηλαδή ιστορικές στιγμές οι αιρετικοί και οι σχισματικοί αποκόπηκαν απ' αυτήν, κι έτσι έπαψαν να είναι μέλη της.
Ή Εκκλησία κατέχει το πλήρωμα της αλήθειας, όχι μιας αφηρημένης αλήθειας, αλλά ενός τρόπου ζωής που σώζει τον άνθρωπο από το θάνατο και τον κάνει "κατά χάριν Θεό". "Αντίθετα, ή αίρεση αποτελεί ολική ή μερική άρνηση της αλήθειας, ένα κομμάτιασμά της, που έτσι παίρνει το χαρακτήρα και την παθολογία μιας ιδεολογίας. Χωρίζει τον άνθρωπο από τον τρόπο υπάρξεως που έδωσε ό Θεός στην Εκκλησία Του και τον θανατώνει πνευματικά.
Τα δόγματα επίσης, τα οποία περικλείουν τις υπερβατικές αλήθειες της πίστεως μας, δεν είναι αφηρημένες έννοιες και διανοητικές συλλήψεις, ούτε, πολύ περισσότερο, μεσαιωνικός σκοταδισμός ή θεολογικός σχολαστικισμός. Εκφράζουν την εμπειρία και το βίωμα της Εκκλησίας. Γι` αυτό, όταν υπάρχει διαφορά στα δόγματα, υπάρχει οπωσδήποτε και διαφορά στον τρόπο ζωής. Κι όποιος υποτιμά την ακρίβεια της πίστεως, δεν μπορεί να ζήσει την πληρότητα της εν Χριστώ ζωής.
Ό Χριστιανός πρέπει να δεχθεί όλα όσα αποκάλυψε ό Χριστός. Όχι ένα "μίνιμουμ", αλλά το σύνολο. Γιατί στην ολότητα και την ακεραιότητα της πίστεως διασώζονται ή καθολικότητα και ή ορθοδοξία της Εκκλησίας Έτσι εξηγούνται οι μέχρις αίματος αγώνες των αγίων Πατέρων για τη διαφύλαξη της πίστεως της Εκκλησίας, καθώς και ή μεριμνά τους για τη διατύπωση, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, των "όρων" των Οικουμενικών Συνόδων. Οι "όροι" αυτοί δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά τα όρια, τα σύνορα της αλήθειας, για να μπορούν οι πιστοί να διακρίνουν την Εκκλησία, ως Ορθοδοξία, από την αίρεση.
Οι ετερόδοξοι, με το να αρνηθούν την πληρότητα τής αλήθειας, χωρίστηκαν από την Εκκλησία. Γι` αυτό και είναι αιρετικοί. Επομένως στερούνται την αγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος, και τα "Μυστήρια" τους είναι άκυρα, Το βάπτισμα λοιπόν, που τελούν, δεν μπορεί να τους εισαγάγει στην Εκκλησία του Χριστού.
«Τους γαρ παρά των αιρετικών βαπτισθέντας ή χειροτονηθέντας ούτε πιστούς ούτε κληρικούς είναι δυνατόν», μας λέει ό ΞΗ' κανόνας των Αγίων Αποστόλων. Και ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης συμπληρώνει: «Όλων των αιρετικών το βάπτισμα είναι ασεβές και βλάσφημοι και ουδεμία κοινωνία έχει προς το των Ορθοδόξων».
Τι μας λένε όμως οι ορθόδοξοι οικουμενιστές;
Ορθόδοξος ιεράρχης διακήρυσσε ότι «το Αγιο Πνεύμα επενεργεί σε κάθε χριστιανικό βάπτισμα» και ότι ό αναβαπτισμός των ετεροδόξων Χριστιανών από τους Ορθοδόξους εμπνέεται από «στενοκεφαλιά, φανατισμό και μισαλλοδοξία... Είναι μια αδικία κατά του χριστιανικού Βαπτίσματος και πραγματικά μία βλασφημία του Αγίου Πνεύματος»!
Αλλος ιεράρχης δήλωσε απευθυνόμενος σε ετεροδόξους: «Είμεθα όλοι μέλη Χριστού, ένα και μοναδικό σώμα, μια και μοναδική "καινή κτίσης" έφ' όσον το κοινό μας βάπτισμα μας ελευθέρωσε από τον θάνατο».
Ή οικουμενιστική εκκλησιολογία εκφράστηκε από επίσημα ορθόδοξα χείλη και ως έξης: «Οφείλομε να είμεθα έτοιμοι να αναζητήσομε και να αναγνωρίσομε την παρουσία της Εκκλησίας και εκτός των ιδικών μας κανονικών ορίων, προς τα οποία ταυτίζομε την μίαν, αγίαν, καθολική και αποστολικήν Εκκλησίαν».
Αλλα υπάρχουν και τολμηρότεροι, που οραματίζονται την "επανίδρυση" της Εκκλησίας διαμέσου της ενώσεως όλων των Χριστιανών: Ορθόδοξος ιεράρχης διατείνεται ότι «έχουμε ανάγκη ενός νέου Χριστιανισμού, που θα βασίζεται εξ ολοκλήρου σε νέες αντιλήψεις και όρους. Δεν μπορούμε να διδάξουμε το είδος της θρησκείας που παραλάβαμε στις ερχόμενες γενιές».
Οι διάλογοι.
Ο Οικουμενισμός, για να προωθήσει τα σχέδια του, χρησιμοποιεί πολλά μέσα. Το βασικότερο είναι οι διάλογοι.
Κανείς δεν αγνοεί ότι ή Ορθόδοξη Εκκλησία από τη φύση της είναι ανοιχτή στο διάλογο. Ο Θεός πάντοτε διαλέγεται με τον άνθρωπο και οι Αγιοι της Εκκλησίας δεν αρνήθηκαν ποτέ τη διαλεκτική επικοινωνία τους με τον κόσμο.
Οι Αγιοι, έχοντας αυτοσυνειδησία της κοινωνίας τους με το Θεό, προσπαθούσαν με το διάλογο να μεταδώσουν την εμπειρία της αλήθειας που βίωναν. Γι` αυτούς ή αλήθεια δεν ήταν αντικείμενο έρευνας. Δεν την αναζητούσαν, δεν την διαπραγματεύονταν απλά την πρόσφεραν. Αν Ο διάλογος δεν οδηγούσε τους ετερόδοξους στην απόρριψη της πλάνης τους και στην αποδοχή της ορθοδόξου πίστεως, δεν τον συνέχιζαν.
Δυο χρόνια διαλεγόταν Ο άγιος Μάρκος Ο Ευγενικός με τους Παπικούς στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Βλέποντας όμως την υπεροψία, την αδιαλλαξία και την εμμονή τους στην πλάνη, διέκοψε κάθε σχέση μαζί τους, προτρέποντας μάλιστα τους ορθόδοξους πιστούς:
«Ν' αποφεύγετε τους Παπικούς, όπως αποφεύγει κανείς το φίδι».
Θεολογικό διάλογο είχε αρχίσει και Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β' Ο Τρανός με τους προτεστάντες θεολόγους της Τυβίγγης (1579). Όταν διαπίστωσε όμως ότι Ο διάλογος δεν απέφερε κανέναν καρπό, τον διέκοψε. «Σάς παρακαλούμε», τους έγραφε, «μη μας κουράζετε άλλο... Ας πορευθείτε τον δικό σας δρόμο. Αν θέλετε, μπορείτε να μας γράφετε, αλλά όχι πλέον για δόγματα πίστεως».
Οι διάλογοι του Οικουμενισμού.
Οι σύγχρονοι οικουμενιστικοί διάλογοι διαφέρουν ριζικά από τους διάλογους των Αγίων, γιατί διεξάγονται με βάση τις αρχές της διευρυμένης Εκκλησίας και του δογματικού μινιμαλισμού. Γι` αυτό είναι ανορθόδοξοι και άκαρποι. Απόδειξη, ότι στα εκατό σχεδόν χρόνια της διεξαγωγής τους δεν έχουν προσφέρει τίποτε το αξιόλογο στην ενότητα του χριστιανικού κόσμου. Αντίθετα μάλιστα, κατάφεραν να διχάσουν τους Ορθοδόξους!
Τα κυριότερα σημεία της παθολογίας των σημερινών διαλόγων είναι τα εξής:
Α'. Έλλειψη ορθόδοξης ομολογίας.
Στους διάλογους ορισμένοι Ορθόδοξοι δεν εκφράζουν την ακράδαντη πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι αυτή αποτελεί τη μία και μοναδική Εκκλησία του Χριστού πάνω στη γη. Δεν προβάλλουν, επίσης, την αγιασμένη παράδοση και την πνευματική εμπειρία της Ορθοδοξίας, που διαφέρουν από τις παραδόσεις και τις εμπειρίες του δυτικού Χριστιανισμού. Μόνο μια τέτοια ομολογιακή στάση θα μπορούσε να καταξιώσει και να κάνει γόνιμη την ορθόδοξη παρουσία στους διάλογους.
Β'. Έλλειψη ειλικρίνειας.
Το έλλειμμα της ορθόδοξης μαρτυρίας, σε συνδυασμό με την αποδεδειγμένη ανειλικρίνεια των ετεροδόξων, δυσχεραίνει περισσότερο τον διαχριστιανικό διάλογο και τον καθιστά αναποτελεσματικό. Γι` αυτό πολλές φορές είτε παρατηρούνται αμοιβαίες επιφανειακές υποχωρήσεις είτε χρησιμοποιείται διφορούμενη γλώσσα και ορολογία, προκειμένου να συγκαλύπτονται οι διαφορές.
Αν πρώτα-πρώτα οι Ρωμαιοκαθολικοί ήταν ειλικρινείς, θα έπρεπε να δηλώσουν με σαφήνεια στους οικουμενιστικούς κύκλους αυτό που τονίζουν στους δικούς τους πιστούς, την αδιάλλακτη δηλαδή προσήλωση τους στο παπικό πρωτείο και αλάθητο. Έτσι, βέβαια, θα φαινόταν ξεκάθαρα και το πώς οραματίζονται την ενότητα των Χριστιανών: όχι ως ενότητα πίστεως αλλά ως υποταγή όλων κάτω από την παπική εξουσία. Επιπλέον θα επιβεβαιωνόταν ή διαπίστωση ότι ό παπικός θεσμός αφενός αποτελεί την τραγικότερη αλλοίωση του Ευαγγελίου του Χριστού και αφετέρου χρησιμοποιεί τους διάλογους για την εξυπηρέτηση και μόνο της επεκτατικής του πολιτικής.
Κύρια έκφραση της ανειλικρίνειας των Παπικών αποτελεί ή διατήρηση και ή ενίσχυση της Ουνίας. Πρόκειται για έναν ύπουλο θεσμό, τον οποίο ο Παπισμός χρησιμοποίησε και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ως ενωτικό μοντέλο, παρ' όλες τις έντονες διαμαρτυρίες των Ορθοδόξων και παρά το ότι αυτός σήμερα αποτελεί το βασικότερο εμπόδιο στους διμερείς διάλογους.
Αν πάλι οι ποικιλώνυμοι Διαμαρτυρόμενοι ήταν ειλικρινείς, θα έπρεπε να δηλώσουν με ευθύτητα ότι δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να υποχωρήσουν από τις βασικές προτεσταντικές τους αρχές και ότι άλλες, τελικά, είναι οι αιτίες που τους αναγκάζουν να έρχονται σε διάλογο. Αυτό, άλλωστε, φανερώνει και ο κατήφορος που έχουν πάρει οι "Εκκλησίες" τους (ιεροσύνη γυναικών, γάμοι ομοφυλοφίλων κ.ά.).
Γ'. Υπερτονισμός της αγάπης.
Επειδή ή ανειλικρίνεια και οι ιδιοτελείς σκοπιμότητες δηλητηρίασαν τους διάλογους, που κατάντησαν σε ατέρμονες και άκαρπες θεολογικές συζητήσεις, επιχειρήθηκε μια στροφή. Οι διάλογοι τώρα ονομάστηκαν "διάλογοι αγάπης" τόσο για λόγους εντυπώσεων όσο και για να παρακαμφθεί ο σκόπελος των δογματικών διενέξεων. «Ή αγάπη προέχει», τονίζουν. «Ή αγάπη επιβάλλει να ενωθούμε, έστω κι αν υπάρχουν δογματικές διαφορές».
Γι' αυτό και ή πρακτική στους σημερινούς διάλογους είναι να μη συζητούνται αυτά που χωρίζουν, αλλά αυτά που ενώνουν, ώστε να δημιουργείται μια ψευδαίσθηση ενότητας και κοινής πίστεως. στις Οικουμενικές Συνόδους όμως οι Πατέρες συζητούσαν πάντοτε αυτά που χώριζαν. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα σε οποιονδήποτε διάλογο μεταξύ πλευρών που έχουν διαφορές: Συζητούνται αυτά που χωρίζουν- γι' αυτό εξάλλου γίνεται ο διάλογος- και όχι αυτά που ενώνουν.
Για μας τους Ορθοδόξους ή Αγάπη και ή Αλήθεια είναι έννοιες αδιάσπαστες. Διάλογος αγάπης χωρίς την αλήθεια είναι ψεύτικος και αφύσικος διάλογος. Ενώ διάλογος αγάπης "εν αλήθεια" σημαίνει: Διαλέγομαι με τους ετεροδόξους από αγάπη, για να τους επισημάνω που βρίσκονται τα λάθη τους και πώς θα οδηγηθούν στην αλήθεια. Εάν πραγματικά τους αγαπώ, πρέπει να τους πω την αλήθεια, όσο κι αν αυτό είναι δύσκολο ή οδυνηρό.
Δ. Αμβλυνση ορθοδόξων κριτηρίων.
Στην παθολογία των διαλόγων ανήκει και ή άμβλυνση των ορθοδόξων θεολογικών κριτηρίων, που προκύπτει από την καλλιέργεια μιας "οικουμενικής αβροφροσύνης", προσωπικών σχέσεων και φιλίας ανάμεσα στους ετερόδοξους θεολόγους. Ή πίστη θεωρείται όχι ή αλήθεια, που σώζει, αλλά ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών, που επιδέχονται συμβιβασμούς.
Ισχυρίζονται οι ορθόδοξοι οικουμενιστές: "Διάλογο κάνουμε, δεν αλλάζουμε την πίστη μας!". Και ασφαλώς ό διάλογος, ως "αγαπητική έξοδος" προς τον άλλον, είναι θεάρεστος. Ο οικουμενιστικός όμως διάλογος, όπως διεξάγεται σήμερα, δεν είναι συνάντηση στην αλήθεια, αλλά είναι "αμοιβαία αναγνώριση". Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τις ετερόδοξες Κοινότητες ως Εκκλησίες, ότι αποδεχόμαστε πώς οι δογματικές διαφορές τους αποτελούν "νόμιμες εκφράσεις" της ίδιας πίστεως. "Έτσι όμως πέφτουμε στην παγίδα του δογματικού συγκρητισμού: Τοποθετούμε στο ίδιο
επίπεδο την αλήθεια με την πλάνη, εξισώνουμε το φως με το σκοτάδι.
Ε'. Συμπροσευχές.
Οι ορθόδοξοι οικουμενιστές, με την άμβλυνση των θεολογικών τους κριτηρίων, είναι πολύ φυσικό να συμμετέχουν χωρίς αναστολές σε κοινές με τους ετερόδοξους λατρευτικές εκδηλώσεις και συμπροσευχές, που πραγματοποιούνται συχνά στα πλαίσια των διαχριστιανικών συναντήσεων. Γνωρίζουν ότι με τον οικουμενιστικό αυτό συμπνευματισμό δημιουργείται το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, που απαιτείται για την προώθηση της ενωτικής προσπάθειας.
Οι ιεροί Κανόνες όμως της Εκκλησίας μας απαγορεύουν αυστηρά τις συμπροσευχές με τους ετερόδοξους. Γιατί οι ετερόδοξοι δεν έχουν την ίδια πίστη μ' εμάς. Πιστεύουν σ' έναν διαφορετικό, διαστρεβλωμένο Χριστό. Γι' αυτό και ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός τους αποκαλεί απίστους: «Ό μη κατά την παράδοσιν της Καθολικής Εκκλησίας πιστεύων άπιστος εστίν».
Η συμπροσευχή λοιπόν απαγορεύεται, επειδή δηλώνει συμμετοχή στην πίστη του συμπροσευχομένου και δίνει σ' αυτόν την ψευδαίσθηση ότι δεν βρίσκεται στην πλάνη, οπότε δεν χρειάζεται να επιστρέψει στην αλήθεια.
Στ. Διακοινωνία
Αν οι ιεροί Κανόνες απαγορεύουν τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς, πολύ περισσότερο αποκλείουν τη συμμετοχή μας στα "Μυστήρια" τους. Και στο σημείο αυτό όμως οι Ορθόδοξοι δεν φανήκαμε συνεπείς.
Η Β' Βατικανή Σύνοδος, μέσα στα πλαίσια του οικουμενιστικού "ανοίγματος" που έκανε, πρότεινε τη Διακοινωνία με τους Ορθοδόξους: Παπικοί θα μπορούν να κοινωνούν σε ορθόδοξους ναούς και Ορθόδοξοι σε παπικούς. Με τον τρόπο αυτό τόσο οι Παπικοί όσο και οι ορθόδοξοι οικουμενιστές πιστεύουν ότι σταδιακά θα επέλθει de facto ή ένωση Παπισμού και Ορθοδοξίας, παρ' όλες τις δογματικές τους διαφορές.
Αν για τους Παπικούς μια τέτοια θέση δικαιολογείται από την αντίληψη που έχουν για την Εκκλησία και τα Μυστήρια (κτιστή χάρη κ.λπ.), για μας τους Ορθοδόξους είναι παράλογη και απαράδεκτη. Ή Εκκλησία μας ποτέ δεν θεώρησε τη θεία Ευχαριστία ως μέσο για την επίτευξη της ενότητας, αλλά πάντοτε ως σφραγίδα και επιστέγασμά της.
Αλλωστε, το κοινό Ποτήριο προϋποθέτει κοινή πίστη. Αν δηλαδή ένας Ορθόδοξος κοινωνεί σε παπικό ναό, αυτό σημαίνει ότι αποδέχεται και την παπική πίστη.
Συνεργασία σε πρακτικά θέματα.
Αλλο μέσο για την επίτευξη των σκοπών του Οικουμενισμού αποτελεί ή διαχριστιανική συνεργασία σε πρακτικούς τομείς. Οι οικουμενιστές διατείνονται ότι τα ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ηθικά, περιβαλλοντικά κ. ά.) οφείλουν να μας ενώνουν.
Η Εκκλησία, ασφαλώς, έδειχνε και δείχνει πάντα μεγάλη ευαισθησία σ` όλα τα ανθρώπινα προβλήματα, ωστόσο ή από κοινού με τους αιρετικούς αντιμετώπιση τους παρουσιάζει τα έξης μειονεκτήματα:
α) Η φωνή της Ορθοδοξίας, όταν συμφύρετε με τις άλλες χριστιανικές φωνές, χάνει τη διαύγεια της και αδυνατεί να κοινοποιήσει στον σημερινό άνθρωπο τον δικό της μοναδικό τρόπο ζωής, που είναι Θεανθρωποκεντρικός, σε αντίθεση με τον ανθρωποκεντρικό τρόπο ζωής των ετεροδόξων.
β) Η Εκκλησία υποκύπτει στον πειρασμό της εκκοσμικεύσεως, χρησιμοποιώντας στο κοινωνικό της έργο κοσμικές πρακτικές των άλλων Ομολογιών, σε βάρος του σωτηριολογικού της μηνύματος. Εκείνο όμως που έχει ανάγκη ό σημερινός άνθρωπος, δεν είναι ή βελτίωση της ζωής του μέσω ενός εκκοσμικευμένου Χριστιανισμού, έστω κι αν αυτός μπορέσει να εξαλείψει όλες τις κοινωνικές πληγές, αλλά ή απελευθέρωση του από την αμαρτία και ή θέωσή του μέσα στο αληθινό Σώμα του Χριστού, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
γ) Ο ορθόδοξος πιστός, βλέποντας τους ετερόδοξους να συνεργάζονται με τους εκκλησιαστικούς του ποιμένες, αποκομίζει την εσφαλμένη εντύπωση ότι ανήκουν κι αυτοί στην Εκκλησία του Χριστού, παρά τις δογματικές διαφορές.
Ανταλλαγή επισκέψεων.
Τα τελευταία χρόνια ή οικουμενιστική πολιτική ασκείται και με τις ανταλλαγές επισήμων επισκέψεων μεταξύ των Ομολογιών, οι οποίες πραγματοποιούνται από υψηλόβαθμους, κυρίως, κληρικούς. Αυτές περιλαμβάνουν εγκωμιαστικές προσφωνήσεις, ασπασμούς, ανταλλαγές δώρων, κοινά γεύματα, συμπροσευχές, κοινές ανακοινώσεις και άλλες χειρονομίες φιλοφροσύνης.
Ειδικότερα, από το 1969 έχει καθιερωθεί ή ετήσια αμοιβαία συμμετοχή, Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, στις θρονικές εορτές Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
Οι συναντήσεις αυτές, δυστυχώς, δεν είναι απλές εθιμοτυπικές επισκέψεις. Οι ίδιοι, άλλωστε, οι οικουμενιστές ομολογούν ότι με τους κοινούς εορτασμούς βιώνεται ένα είδος εκκλησιαστικής κοινωνίας, με την αμοιβαία αναγνώρισή τους.
Ο πιστός λαός μας όμως, όταν παρακολουθεί τις επισκέψεις από τα οπτικοακουστικά μέσα επικοινωνίας, δοκιμάζει δυσάρεστη έκπληξη σκανδαλίζεται, πικραίνεται, απορεί, αλλά και προβληματίζεται, καθώς μάλιστα άλλοτε ακούει τους ποιμένες του να μιλούν με ορθοδοξότατη και αγιοπατερική γλώσσα, και άλλοτε τους βλέπει ανάμεσα στους ετερόδοξους να συμπεριφέρονται διπλωματικά, Ένας τέτοιος όμως συμβιβασμός στο χώρο της αλήθειας της Εκκλησίας, ακόμα και για την ιερότερη σκοπιμότητα, δεν θα πληρωθεί, άραγε, με ακριβό και οδυνηρό τίμημα;
Η διαθρησκειακή εξέλιξη του Οικουμενισμού.
Ή βαθύτατη κρίση προσανατολισμού, που εμφανίστηκε πολύ νωρίς στην Οικουμενική Κίνηση, την ανάγκασε πρώτα να στραφεί στην αντιμετώπιση των κοινωνικο¬πολιτικών προβλημάτων των ανθρώπων, εγκαταλείπο¬ντας τη θεολογία ως δρόμο ενώσεως, και υστέρα να πραγματοποιήσει ένα άνοιγμα προς τις μη χριστιανικές θρησκείες. Παραδέχεται ότι όλες οι θρησκείες αποτελούν διαφορετικούς δρόμους σωτηρίας, παράλληλους με το Χριστιανισμό, και ότι το Αγιο Πνεύμα ενεργεί και σ' αυτές. Σύνθημά της έχει το αξίωμα της "Νέας Εποχής": «Πίστευε ό,τι θέλεις, μόνο μη διεκδικείς την αποκλειστικότητα της αλήθειας και του δρόμου της σωτηρίας».
Συγκαλεί λοιπόν διαθρησκειακές συναντήσεις, οι οποίες δεν είναι απλά επιστημονικά συνέδρια, όπως διατείνονται οι διοργανωτές τους, αλλά συνάξεις ομολογίας της ενότητας με βάση την πίστη στον ένα Θεό. Γι` αυτό συχνά περιλαμβάνουν και κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις, στις οποίες συμπροσεύχονται ορθόδοξοι, ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι. Ό Τριαδικός Θεός όμως των Ορθοδόξων, ό αληθινός και αυτοαποκαλυπτόμενος Θεός, δεν είναι ό ίδιος με τον οποίο "Θεό" των ετεροδόξων και των αλλοθρήσκων, με κάποιον φανταστικό δηλαδή "Θεό", που δημιούργησε, και συντηρεί ή θρησκευτική ανάγκη του μεταπτωτικού ανθρώπου.
Δυστυχώς, το διαθρησκειακό αυτό άνοιγμα συμμερίζονται και ορθόδοξοι οικουμενιστές ιεράρχες, οι οποίοι μάλιστα εκφράζουν απόψεις σαν τις επόμενες:
«Η Οικουμενική Κίνηση, αν και έχει χριστιανική προέλευση, πρέπει να γίνει κίνηση όλων των θρησκειών... Όλες οι θρησκείες υπηρετούν το Θεό και τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει παρά μόνο ένας Θεός...».
«Κατά βάθος, μία εκκλησία ή ένα τέμενος αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου».
«Το Ισλάμ, στο Κοράνιο, μιλάει για Χριστό, για Παναγία, κι εμείς πρέπει να μιλήσουμε για τον Μωάμεθ με θάρρος και τόλμη. Να δούμε την ιστορία του και την προσφορά του, το κήρυγμα του ενός Θεού και τη ζωή των μαθητών του, που είναι μαθητές του ενός Θεού...».
«Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάνται και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδιστές και Κομφουκιανοί... θα πρέπει να συντελέσομε όλοι μας στην προώθηση των πνευματικών αρχών του οικουμενισμού, της αδελφοσύνης και της ειρήνης. τούτο όμως θα μπόρεση να γίνει μόνον εάν είμεθα ηνωμένοι εν τω πνευματι του ενός Θεού».
Βασική επιδίωξη των διαθρησκειακών συναντήσεων είναι ή δημιουργία σημείων επαφής μεταξύ των θρησκειών, ώστε να διευκολυνθεί ή κοινή αντιμετώπιση των κοινωνικών και διεθνών προβλημάτων. Την επιδίωξη αυτή εκμεταλλεύονται κατά καιρούς και ισχυροί κοσμικοί άρχοντες, επιστρατεύοντας τις θρησκείες στην προώθηση ανόμων συμφερόντων τους. Αυτό φάνηκε καθαρά μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όταν πραγματοποιήθηκαν «κατ' επιταγήν» πλειάδα διαθρησκειακών συναντήσεων.
Έτσι όμως ή Εκκλησία μας, αντί να είναι «κρίση» και «έλεγχος» της ανομίας, μεταβάλλεται σε υποστηρικτή και συντηρητή της. Εγκλωβίζεται στην εγκόσμια προοπτική των διαφόρων θρησκειών και υποβιβάζεται στο επίπεδο μιας κοσμικής Θρησκείας με ωφελιμιστικό και χρησιμοθηρικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, αναγκάζεται να αθετήσει το ιεραποστολικό της χρέος, εφόσον γίνεται αποδεκτό, από επίσημους μάλιστα εκπροσώπους της, ότι όλες οι θρησκείες αποτελούν «ηθελημένας από Θεού οδούς σωτηρίας»!
Κάποιοι ορθόδοξοι οικουμενιστές, εξάλλου, φτάνουν στο σημείο να μιλούν για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την αγάπη και άλλα κατεξοχήν πνευματικά αγαθά με μια ψυχρή κοσμική γλώσσα. Αποσιωπουν ότι τα αγαθά αυτά αποτελούν καρπούς του Αγίου Πνεύματος, θεία δώρα που χορηγούνται με την πνευματική «εν Χριστώ Ιησού» άθληση κι όχι μέσα από διαθρησκειακές συναντήσεις.
Πρέπει, βέβαια, να τονιστεί, ότι ή Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, ούτε έστω ή καλύτερη. Είναι Εκκλησία: Ή αυτό αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Έχει συνείδηση της Οικουμενικότητας και της Αλήθειας του Χριστού που κατέχει, γι' αυτό και δεν φοβάται τις σχέσεις της με τους μη Χριστιανούς. Γνωρίζει όμως τα όρια αυτών των σχέσεων, όπως τα έχει διαμορφώσει ή αγιοπατερική Παράδοση και ή μυστηριακή της εμπειρία. Για παράδειγμα, ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, κάτω από συνθήκες σκληρής αιχμαλωσίας, διαλέχτηκε με τους Οθωμανούς Τούρκους. Δεν δίστασε, ωστόσο, με κίνδυνο της ζωής του, να πει την αλήθεια και να ελέγξει την πλάνη τους. Πώς αντιμετώπιζαν, άλλωστε, οι άγιοι Μάρτυρες τους ειδωλολάτρες και οι άγιοι Νεομάρτυρες τους Μωαμεθανούς; Δεν ομολογούσαν την αλήθεια; Θα μπορούσαμε να τους φανταστούμε να προσεύχονται μαζί τους; Αλλά τότε δεν θα είχαμε Μάρτυρες!
Ή Εκκλησία μας λοιπόν αρνείται να θυσιάσει στο βωμό άλλων σκοπιμοτήτων τη μοναδικότητα της και να αποδεχθεί το οικουμενιστικό σύνθημα ότι «σε όλες τις θρησκείες, πίσω από διαφορετικά ονόματα, λατρεύεται ό ίδιος Θεός». Πιστεύει ακράδαντα ότι ό άνθρωπος σώζεται μόνο δια του Χριστού, συμφωνά με το αποστολικό: «Ουκ εστίν εν άλλω ουδενί ή σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4,12).
Τελικά τι είναι ό Οικουμενισμός;
Μετά τις αλλεπάλληλες εξελίξεις του και τη σταδιακή απομάκρυνση του από τους αρχικούς του στόχους, δικαιολογημένα οι Ορθόδοξοι πιστοί αναρωτιούνται: Δεν φαίνεται άραγε ξεκάθαρα, ότι σκοπός του Οικουμενισμού είναι όχι ή ένωση των Χριστιανών, αλλά ή επικράτηση της Πανθρησκείας, ή ισοπέδωση των πάντων και ή μετατροπή της Εκκλησίας του Χριστού σε μια «Λέσχη θρησκευόμενων ανθρώπων», σ' έναν εγκόσμιο οργανισμό, σαν τον Ο.Η.Ε., απονευρωμένο και α-πνευματικό;
Πώς όμως αποτιμά τον Οικουμενισμό ή παραδοσιακή μας Ορθοδοξία;
«Ό Οικουμενισμός, πραγματικά έτσι όπως έχει επικρατήσει να σημαδοτείται ό όρος αυτός, βεβαίως είναι αίρεση, γιατί σημαίνει απάρνηση βασικών γνωρισμάτων της ορθοδόξου πίστεως, όπως είναι φέρ’ ειπείν ή αποδοχή της θεωρίας των κλάδων, ότι δηλαδή ή κάθε Εκκλησία έχει ένα τμήμα αληθείας και πρέπει να ενωθούμε όλες οι εκκλησίες, να βάλουμε στο τραπέζι τα τμήματα της αληθείας για να απαρτισθεί το όλον. Εμείς πιστεύουμε ότι ή Ορθοδοξία είναι ή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Τέρμα, σ' αυτό δεν γίνεται συζήτηση. Και επομένως, οποιοσδήποτε πρεσβεύει τα αντίθετα μπορεί να λέγεται οικουμενιστής και επομένως να είναι αιρετικός» (Αρχιεπ. Αθηνών Χριστόδουλος, Συνέντευξη στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας, 24-5-1998).
«Ό Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τους ψευδό-χριστιανούς, για τις ψευδό - εκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης.. Όλοι αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλες οι ψευδοεκκλησίες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αίρεση παραπλεύρως στην άλλη αίρεση. Το κοινό ευαγγελικό όνομα τους είναι παναίρεση. Γιατί; Γιατί στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις αρνούνταν ή παραμόρφωναν μερικά ιδιώματα του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού οι ευρωπαϊκές όμως αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στη θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίο άνθρωπο» (Αρχιμ. Ιουστίνος Πόποβιτς).
«Ό Οικουμενισμός δεν είναι αίρεση και παναίρεση, όπως συνήθως χαρακτηρίζεται. Είναι κάτι πολύ χειρότερο της παναιρέσεως. Οι αιρέσεις ήταν φανεροί εχθροί της Εκκλησίας. Μπορούσε αυτή να παλέψει εναντίον τους και να τις κατατροπώσει. Ό Οικουμενισμός όμως αδιαφορεί για τα δόγματα και για τις δογματικές διαφορές των Εκκλησιών. Είναι υπέρβαση, αμνήστευση, παραθεώρηση, για να μην πούμε νομιμοποίηση και δικαίωση των αιρέσεων. Είναι ύπουλος εχθρός, και από εδώ ακριβώς προέρχεται ό θανάσιμος κίνδυνος» (Καθηγητής Ανδρέας Θεοδώρου).
Αντιδράσεις στην Οικουμενική Κίνηση.
Σήμερα στον ορθόδοξο χώρο αυξάνονται ολοένα οι αντιδράσεις κατά του Οικουμενισμού και των εκφραστών του. Πολλά βιβλία, άρθρα και κριτικές βλέπουν το φως της δημοσιότητας, όπου διατυπώνεται με πόνο και αγωνία ή άποψη ότι οδεύουμε βάσει «σχεδίου» και «γραμμής» προς μια βαβυλώνια αιχμαλωσία της Ορθοδοξίας στην πολυπρόσωπη και πολυώνυμη αίρεση.
Δεν είναι λίγοι οι διαπρεπείς ορθόδοξοι κληρικοί και θεολόγοι που προτείνουν την άμεση αποχώρηση της Ορθοδοξίας από την Οικουμενική Κίνηση και τα συνέδρια της, γιατί θεωρούν τη συμμετοχή της σε αυτά, όχι απλώς άκαρπη, αλλά πολλαπλώς επιζήμια.
Κάποιες Εκκλησίες έχουν ήδη αποχωρήσει από το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ενώ άλλες προβληματίζονται έντονα για τη δική τους συμμετοχή. Αυτός ό προβληματισμός εκφράστηκε και στη Διορθόδοξη Συνάντηση της Θεσσαλονίκης, το 1998, όπου μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε ότι «έπειτα από αιώνα ολόκληρο ορθόδοξης συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση και μισό αιώνα παρουσίας στο Π.Σ.Ε...., το χάσμα μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών γίνεται μεγαλύτερο».
Ή συμμετοχή του πιστού λαού στην Οικουμενική Κίνηση.
Γνωρίζουμε ότι κριτήριο της Ορθοδοξίας παραμένει ό πιστός και ευσεβής λαός. Κανείς, ούτε Πατριάρχες ούτε Σύνοδοι, δεν μπορούν να τον παρακάμψουν και να φιμώσουν τη συνείδηση του. Γι' αυτό και «δεν πρέπει να γίνεται κανένας διάλογος ή να λαμβάνεται καμιά απόφαση, αν δεν συμφωνεί ή αγρυπνούσα αυτή συνείδηση της Εκκλησίας (χαρισματούχοι κληρικοί, λαϊκοί, μοναχοί)» (Μητροπ. Ναυπάκτου Ιερόθεος).
Οι οικουμενιστικοί διάλογοι, όπως διεξάγονται, ευνοούνται κυρίως από κύκλους της ακαδημαϊκής θεολογίας και από άλλα εκκλησιαστικά ή μη θεσμικά όργανα, που αποβλέπουν σε συγκεκριμένα οφέλη πολιτικά, οικονομικά, διεθνών σχέσεων και προβολής. Δεν αποτελούν αίτημα του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά επιβάλλονται "έξωθεν" και "άνωθεν". Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα νοσηρό φαινόμενο: την αυτονόμηση των διοικητικών θεσμών των Ορθοδόξων Εκκλησιών σήμερα. Ή εκκλησιαστική διοίκηση δηλαδή είναι χωρισμένη από τη θεολογική σκέψη, αλλά και από τις απόψεις, τις ανησυχίες και την εμπειρία του εκκλησιαστικού πληρώματος.
Έτσι συμβαίνει ό λαός του Θεού να μη συμμετέχει ενεργά ούτε να ενημερώνεται υπεύθυνα και αντικειμενικά για τους διάλογους. Αλλωστε, οι αποφάσεις δεν φέρουν πάντα τη σφραγίδα της αυθεντικής συνοδικότητος, αλλά λαμβάνονται συνήθως από ειδικούς «επαγγελματίες» του Οικουμενισμού. Ομολογεί χαρακτηριστικά ορθόδοξος ιεράρχης: «Ό ορθόδοξος λαός δεν γνωρίζει τίποτε για την Οικουμενική Κίνηση... αλλά ίσως είναι τυχερή και ή Οικουμενική Κίνηση που ό ορθόδοξος πληθυσμός δεν γνωρίζει Τι γίνεται στη Γενεύη»!
Το χρέος μας.
Ζούμε αναμφίβολα σε περίοδο κοσμογονικών αλλαγών. Τα γεγονότα, κατευθυνόμενα πλέον, τρέχουν με ξέφρενους ρυθμούς. Ό Οικουμενισμός εξελίσσεται μέσα στην ισοπεδωτική προοπτική της Παγκοσμιοποιήσεως, που επιβάλλουν ισχυρά πολιτικοοικονομικά κέντρα. Κανείς πια δεν πιστεύει σοβαρά πώς ό Οικουμενισμός μπορεί να προσφέρει ορατή λύση στο αίτημα της χριστιανικής ενότητας.
Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει ούτε να αιθεροβατούμε αλλά ούτε και να εφησυχάζουμε. Αν σεβόμαστε πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων, αν πονάμε τον βασανισμένο από τις αδιέξοδες θρησκευτικές του παραδόσεις κόσμο της Δύσεως, αλλά και τον παγιδευμένο στις δαιμονικές πλάνες κόσμο της Ανατολής, έχουμε χρέος να μείνουμε προσηλωμένοι στην Αγία μας Εκκλησία. Να κρατήσουμε ανόθευτη την πατροπαράδοτη πίστη μας, βιώνοντας την αυθεντικά μέσα από τον καθημερινό μας αγώνα για τον προσωπικό αγιασμό και τη θέωση. Ή ορθή πίστη και ό ακριβής βίος θα μας κάνουν ικανούς για τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, αλλά -γιατί όχι;- και για το μαρτύριο, αν και όταν οι καιροί το απαιτήσουν...
Ή εμμονή στην Ορθοδοξία, δηλαδή στη γνησιότητα της ζωής, και ή εμμονή στην αλήθεια που ελευθερώνει και σώζει, δεν είναι εγωισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία. Εκφράζει την οικουμενική διάσταση, την αγάπη και τη φιλανθρωπία της Ορθόδοξης "Εκκλησίας. Και αποτελεί την ύστατη δυνατότητα που αυτή προσκομίζει, για μια ριζοσπαστική πνευματική αλλαγή στο χώρο της Δύσεως, αλλά και για μια έξοδο της Ανατολής από την αιχμαλωσία των ψεύτικων θεών.
ΕΚΔΟΣΗ Α
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2004
Οἰκουμενισμός
Ἡ Παναίρεση, ποὺ προετοιμάζει τὴν λατρεία τοῦ Ἀντιχρίστου
Οικουμενισμός
ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Γένεσις - Προσδοκίαι - Διαψεύσεις
ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ
Στην Θεσσαλονίκη συνήλθε και διεξήγαγε με μεγάλη επιτυχία τις εργασίες του «Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο» με θέμα «Οικουμενισμός: Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις». Το συνέδριο συνδιοργάνωσαν το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Εταιρεία Ορθοδόξων Σπουδών. Οι εργασίες διεξήχθησαν από 20 μέχρι 24 Σεπτεμβρίου 2004 στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Την έναρξη των εργασιών εκήρυξε ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος. Παρέστησαν και εχαιρέτησαν το Συνέδριο μητροπολίτες, ο νομάρχης Θεσσαλονίκης κ. Παναγιώτης Ψωμιάδης, βουλευτές και πανεπιστημιακοί καθηγητές.
Ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου, που απετελείτο από καθηγουμένους ιερών μονών, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, μεταξύ των οποίων ήσαν πολλοί θεολόγοι, καθηγηταί των δύο Θεολογικών Σχολών και φοιτηταί της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επί πέντε ημέρες, εξήντα (60) εκλεκτοί εισηγηταί, μεταξύ των οποίων και επίσκοποι, από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ανέλυσαν το φαινόμενο του Οικουμενισμού από κάθε πλευρά.
Με βάση τις πολλές εισηγήσεις και τις διεξαχθείσες ενδιαφέρουσες συζητήσεις οι σύνεδροι προέβησαν στις ακόλουθες εκτιμήσεις και προτάσεις:
Α. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
1. Ο Οικουμενισμός κατασκεύασμα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. Αποκρύπτει την απομάκρυνση από την αληθή Εκκλησία.
Ο Οικουμενισμός ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνος στους κόλπους του Προτεσταντισμού, ως προσπάθεια να επανεύρει την ενότητά του ο διηρημένος σε πάμπολλες ομάδες και παραφυάδες προτεσταντικός κόσμος. Δεν έχει καμμία σχέση με την οικουμενικότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας, η οποία διασώζεται με πληρότητα, γεωγραφική και εκκλησιολογική, στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δηλαδή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία εξακολουθεί να πιστεύει «ό,τι πάντοτε, πανταχού και υπό πάντων επιστεύθη». Η ύπαρξη αιρέσεων και σχισμάτων δεν αναιρεί ούτε την ενότητα ούτε την οικουμενικότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εξακολουθεί να είναι μία και καθολική. Οι αιρέσεις και τα σχίσματα, όπως είναι οι «καθολικές» και προτεσταντικές «εκκλησίες» της Δύσεως και οι αντιχαλκηδόνιες της Ανατολής, δεν είναι οι νόμιμες και αυθεντικές τοπικές εκκλησίες αυτών των χωρών· επανευρίσκουν την ενότητα και καθολικότητα, καθίστανται αληθείς εκκλησίες, όταν ενσωματωθούν στην πίστη και στή ζωή της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, η οποία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία· είναι η μόνη Εκκλησία. Επομένως το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ως φορέας, από την αρχή μέχρι σήμερα, του Προτεσταντικού Οικουμενισμού, είναι υπό αληθή εκκλησιολογική έννοια «Παγκόσμιο Συμβούλιο αιρέσεων και σχισμάτων».
Από την ενότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας εξήλθε στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας με το σχίσμα του 1054 μ.Χ. ο Παπισμός, ο οποίος με την υιοθέτηση αιρέσεων, όπως αυτές του Filioque και του πρωτείου του πάπα, παρέσυρε στην αίρεση και στην πλάνη την μέχρι τότε ορθόδοξη Εκκλησία της Ρώμης, η οποία ανέδειξε πολλούς αγίους, μάρτυρας και ομολογητάς. Αποκομμένη από την μία και αληθή Εκκλησία η τοπική Εκκλησία της Ρώμης, αιχμάλωτη του Σχολαστικισμού και των κοσμικών επιδιώξεων των παπών, όχι μόνον δεν κατόρθωσε να κρατήσει σε ενότητα τον δυτικό Χριστιανισμό, αλλά έγινε πηγή νέων αιρέσεων και σχισμάτων, όπως της προτεσταντικής Μεταρρυθμίσεως του 16ου αιώνος στις ποικίλες μορφές της, του Αγγλικανισμού και του Παλαιοκαθολικισμού. Αλλοίωσε τον θεανθρώπινο χαρακτήρα της Εκκλησίας σε ανθρώπινο καθίδρυμα κατεξουσιάσεως των πιστών και οδήγησε σε αποχριστιάνιση και αποεκκλησιοποίηση της Ευρώπης. Εισηγητές και σύνεδροι αποδέχθηκαν τον προσφυέστατο ορισμό του Οικουμενισμού που μας άφησε ο όσιος Γέροντας π. Ιουστίνος Πόποβιτς σύμφωνα με τον οποίο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα διά τους ψευδοχριστιανισμούς, διά τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικόν όνομά τους είναι η παναίρεσις»1.
Οι ενωτικές προσπάθειες μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως που έγιναν κατά την διάρκεια πέντε αιώνων, από το σχίσμα μέχρι την άλωση της Πόλεως από τους Τούρκους το 1453, με αντίστοιχους θεολογικούς διαλόγους, απέτυχαν, διότι δεν συνοδεύονταν από αληθή μετάνοια, προθυμία αποκηρύξεως της πλάνης και επιστροφής στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Οικονομίες και υποχωρήσεις σε θέματα πίστεως για την επίτευξη της ενώσεως αποκρούσθηκαν πάντοτε από την αγρυπνούσα και φυλάττουσα συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος. Παρά την προφανή εγκόσμια σκοπιμότητα και πολιτική χειραγώγηση δεν κατέληξαν πάντως αυτές οι προσπάθειες σε δογματικό μινιμαλισμό, σε συγκρητιστική ισοπέδωση και σε κοσμική αγαπολογία, όπως οι οικουμενιστικοί διάλογοι του 20ού αιώνος. Επεκράτησε η αποστολική και αγιοπατερική αρχή ότι «ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της πίστεως».
Αυτό που δεν κατορθώθηκε επί αιώνες με τον Παπισμό επιχειρείται από τις αρχές του 20ού αιώνος με τον προτεσταντικό Οικουμενισμό, τον οποίον ενίσχυσε και ο παπικός Οικουμενισμός μετά την Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1963-1965). Αμφότεροι, Παπισμός και Προτεσταντισμός, χάνουν διαρκώς το κύρος τους σε Αμερική, Ευρώπη και απανταχού της γής. Με τον Οικουμενισμό προσπαθούν να καλυφθούν, να αποκρύψουν την αλλοτρίωση και απομάκρυνσή τους από την μόνη και αληθή Εκκλησία του Χριστού, να κατοχυρώσουν την μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση των αιώνων, ότι δηλαδή δεν υπάρχει, ότι εξέλιπε η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες διασώζουν στοιχεία εκκλησιαστικότητος, ώστε να μή προβληματίζονται οι πιστοί τους και αναζητούν την αληθή Εκκλησία και την σωτηρία τους.
2. Οι προβαλλόμενοι λόγοι της συμμετοχής των Ορθοδόξων δεν είναι αληθείς και έχουν διαψευσθή.
Δυστυχώς στην παναίρεση αυτή του Οικουμενισμού, με τις βαρύτατες σωτηριολογικές επιπτώσεις, αναμίχθηκε από την αρχή και η Ορθόδοξη Εκκλησία με κάκιστες πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με τις γνωστές εγκυκλίους των ετών 1902, 1920 και 1952 εισήλθε στην οικουμενιστική διαδικασία, αναλαμβάνοντας μάλιστα ηγετικό ρόλο σ' αυτήν. Η παλαιά αποστολική και αγιοπατερική στάση του έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων αλλάζει ριζικά από το 1902 με την επίδραση της διεθνούς πολιτικής συγκυρίας. Από την εποχή μάλιστα του πατριάρχου Αθηναγόρου μέχρι σήμερα κατέστη και επίσημη στάση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία παρέσυρε ολίγον κατ' ολίγον και τις άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες, οι οποίες στην πλειονότητά τους αντιμετώπισαν στην αρχή και μέχρι των αρχών του δευτέρου μισού του 20ού αιώνος με πολύ δισταγμό και επιφυλάξεις τις σχετικές πρωτοβουλίες. Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε από τις εισηγήσεις και τις συζητήσεις ότι τα κίνητρα της συμμετοχής των αυτοκεφάλων εκκλησιών στην Οικουμενική Κίνηση, δεν ήσαν πνευματικά, αλλά πολιτικά, κοινωνικά, εθνικά· η κάθε μία εκκλησία ξεχωριστά επεδίωξε με τή συμμετοχή της, είτε να εξασφαλίσει την προστασία και την ενίσχυση είτε να αποφύγει την οργή του πανίσχυρου δυτικού χριστιανικού κόσμου, όπως έγινε και στις παλαιές ενωτικές συνόδους κατά την εποχή των σταυροφοριών και ολίγον προ της αλώσεως.
Η απουσία θεολογικών και πνευματικών λόγων, εξ αιτίας της οποίας δεν προσφέρεται στους ετεροδόξους ο γνήσιος ευαγγελικός λόγος και η σώζουσα αλήθεια, δεν ομολογείται φυσικά από τους υποστηρικτάς του Οικουμενισμού, μεταξύ των οποίων ασφαλώς υπήρξαν και σημαντικές θεολογικές προσωπικότητες με αγαθά κίνητρα και ορθόδοξη μαρτυρία στα πρώτα στάδια του Οικουμενισμού. Οι προβληθέντες και προβαλλόμενοι θεολογικοί και πνευματικοί λόγοι υπέρ της συμμετοχής των Ορθοδόξων στους διμερείς και πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους και στο ονομαζόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» είναι βασικώς δύο: η αγάπη προς τους ετεροδόξους και η μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως. Η αγάπη όμως δεν χωρίζεται από την αλήθεια. Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αληθείας και δεν οδηγεί στην συνάντηση και αποδοχή της σώζουσας αλήθειας, που είναι ο Χριστός και η Εκκλησία Του, είναι επικίνδυνη παγίδα που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, απομακρύνει από την σωτηρία. Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας, και μόνον ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Είναι δυνατόν να στρέφεται η αγάπη εναντίον της αλήθειας; Η αίρεση είναι αναλήθεια, ψεύδος, δαιμονισμός, μίσος και παραποίηση της αλήθειας της Εκκλησίας, αγάπη του ψεύδους. Στους οικουμενικούς διαλόγους «χρησιμοποιήθηκε» περισσώς η αγάπη και χάθηκε η αλήθεια, που θεωρήθηκε ως αναζητούμενη, ως μή υπάρχουσα σε καμμία από τις εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία δεν αναζητά την αλήθεια. Την έχει. Και αυτήν πρέπει εν αγάπη να δώσει στους ετεροδόξους που την στερούνται ή την έχουν αλλοιώσει. Προτιμάται της αγάπης η αλήθεια, όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Εί που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μή προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτουΙ την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς»2. Και συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τώ της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»3. Ο Οικουμενισμός περιπίπτει σε φοβερό αμάρτημα, και διότι αρνείται την αλήθεια, την οποία πολλοί ετερόδοξοι αγωνίσθηκαν πολύ να βρουν, και διότι προσπαθεί να κλείσει την πόρτα σε όσους την αναζητούν. Κατά αλήθειαν, τα λόγια του Χριστού προς τους Φαρισαίους έχουν εφαρμογή και στους οικουμενιστάς: «Ουαί δε υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών, έμπροσθεν των ανθρώπων· υμείς γάρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν»4.
Ως προς την επιδιωκόμενη μαρτυρία της πίστεως, ακόμη και αν αποτελούσε αγαθή προσδοκία και ελπίδα, αυτό έχει εκ των πραγμάτων διαψευσθή. Δεν μπορεί πάντως να νομίζει κανείς ότι θα μαρτυρήσει και θα κηρύξει την Ορθόδοξη Πίστη, αρχίζοντας με προδοσία της πίστεως. Η ίδια η πράξη της συμμετοχής στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και στους θεολογικούς διαλόγους με τους αιρετικούς Παπικούς, Προτεστάντες και Μονοφυσίτες, συνιστά άρνηση της μοναδικότητος της Εκκλησίας, εξίσωση και εξομοίωση της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις αιρέσεις και τα σχίσματα. Είναι, όπως ελέχθη, η μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση στην ιστορία της Εκκλησίας. Διηρωτάτο ο αείμνηστος μητροπολίτης Σάμου κυρός Ειρηναίος, εκφράζων και την θέση πολλών άλλων αρχιερέων: «Πώς είναι δυνατόν ορθόδοξοι αρχιερείς να μετέχουν εκκλησιαστικού οργανισμού, όπου εξοβελίζεται η Αγία Τριάς, οι δε μετέχοντες πιστεύουν ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι θρυμματισμένη και ότι κάθε αίρεσις είναι τεμάχιόν της και ότι η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία είναι και αυτή έν τεμάχιον;»5. Δεν υπάρχει πράγματι κανείς ανάμεσα στους Αγίους Αποστόλους και στους Πατέρες της Εκκλησίας, ο οποίος με τή διδασκαλία, τή ζωή και τα έργα του θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα, που θα δικαιολογούσε την ιδιότητα μέλους και την περαιτέρω παραμονή μας σε μία παρασυναγωγή αιρετικών, όπως το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», και σε παρόμοια συμβούλια και συνάξεις.
Επειδή λοιπόν η ρίζα του Οικουμενισμού ήταν και είναι κακή, γι' αυτό και οι καρποί του είναι κακοί: «Εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται»6. Έκλεισε ο Οικουμενισμός ένα σχεδόν αιώνα ζωής, έδειξε σαφώς την ταυτότητά του και μπορούμε με ασφάλεια να τον κρίνουμε. Ανησυχούν μάλιστα για την πορεία του και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε ακόμη και συνειδητοί υπέρμαχοι και υποστηρικταί του από πλευράς Ορθοδόξων, και προσπαθούν με πολλούς τρόπους να αποτρέψουν την ήδη αρξαμένη και τείνουσα να αυξηθεί αποχώρηση πολλών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στο Συνέδριο από πολλούς εισηγητάς παρουσιάσθηκε η ολέθρια καρποφορία των θεολογικών διαλόγων και της συμμετοχής μας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Πρίν παρουσιάσουμε εν συντομία τα αποτελέσματα των θεολογικών διαλόγων, παραθέτουμε την σημαντική εκτίμηση εισηγητών και συνέδρων, σύμφωνα με την οποία από την εξάπλωση του οικουμενιστικού κινήματος και την παρουσία των Ορθοδόξων στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» κατά τα τελευταία εξήντα χρόνια οι οικουμενισταί δεν έχουν μεταστρέψει κανένα ετερόδοξο στην Ορθόδοξη πίστη. Αντιθέτως οι μεταστροφές έγιναν παρά την επικρατήσασα στον Οικουμενισμό τάση να παραμένουν όλοι στις ομολογίες τους, εν όψει της αναμενομένης ενώσεως των «εκκλησιών». Επίσκοποι της διασποράς αρνήθηκαν να δεχθούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία επιστρέφοντες ετεροδόξους. Πού λοιπόν στηρίζεται και πού βρίσκεται η πολυδιαφημισθείσα μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως; Αντίθετα, αντί να μαρτυρούμε την αλήθεια, συμμαρτυρούμε την αίρεση και την πλάνη. Έχει επέλθει από τον μακροχρόνιο και μοναδικό στην εκκλησιαστική ιστορία συγχρωτισμό μας με τους αιρετικούς τέτοια αλλοτρίωση και άμβλυνση του ορθοδόξου φρονήματος, ώστε ευχερώς πλέον κληρικοί και θεολόγοι υπογράφουν κείμενα διαλόγων, όπου προσβάλλονται και αθετούνται αποστολικά και πατερικά δόγματα, η αίρεση παρουσιάζεται ως αλήθεια, και οι αιρετικοί εμφανίζονται ως Ορθόδοξοι, το βάπτισμα και τα μυστήριά τους αναγνωρίζονται ως έγκυρα, γι' αυτό και σταδιακά από τις συμπροσευχές προχωρούμε και στην μυστηριακή κοινωνία (intercommunio).
3. Ο διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς ανώφελος και επιζήμιος
Έτσι, για να αρχίσουμε από τον Παπισμό, διαπιστώθηκε ότι ο υπερεικοσαετής θεολογικός διάλογος άρχισε κατά πρωτοφανή μεθόδευση όχι από τα χωρίζοντα, αλλά από τα ενούντα, ώστε οι μεν πιστοί της Ρώμης να εφησυχάζουν και να μήν αναζητούν αλλού την αλήθεια, αφού δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές και όλοι ανήκουν στην Εκκλησία, οι δε κληρικοί του πάπα να αξιοποιούν επικοινωνιακά τις συναντήσεις με τους Ορθοδόξους και τις συμπροσευχές, ώστε να προωθούν τον επαίσχυντο και ύπουλο θεσμό της Ουνίας μεταξύ πτωχών και ταλαιπωρημένων από δυσμενείς πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες ορθοδόξων λαών, εκμεταλλευόμενοι την φτώχεια, και την ανέχεια. Η Ουνία, μολονότι ευθύνεται για την διακοπή του θεολογικού διαλόγου, εξακολουθεί να ενισχύεται από το Βατικανό με ποικίλους τρόπους. Σημαντικός αριθμός εισηγήσεων αφιερώθηκε στην εξέταση της ιστορικής εξελίξεως και της σημερινής δράσεως της Ουνίας, με το συμπέρασμα ότι η Ρώμη δεν αφίσταται των προσηλυτιστικών και επεκτατικών της βλέψεων εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία υποκριτικά ονομάζει και δέχεται ως «αδελφή εκκλησία». Την ώρα που συζητά και διαλέγεται, συγχρόνως απλώνει αρπακτικά το χέρι της σε ορθόδοξα ποίμνια και ιδρύει επισκοπές και δικαιοδοσίες για προσηλυτιστικούς λόγους μέσα σε ορθόδοξες δικαιοδοσίες, δεν κρύβει δε και την επιθυμία να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα επί των Παναγίων Προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Δεν δέχθηκε την καταδίκη της Ουνίας που υπέγραψαν ομόφωνα Ορθόδοξοι και Παπικοί θεολόγοι μέλη της «Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» κατά την ΣΤ΄ Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (6-15 Ιουνίου 1990), απόδειξη περί του πόσο σέβεται και πόσο θα σεβασθεί τα αποτελέσματα του οποιουδήποτε διαλόγου, όταν θίγουν τις επιδιώξεις της. Για να εξαφανίσει δε τελείως αυτήν την καταδίκη, παρέσυρε τους Ορθοδόξους σε νέα συζήτηση του θέματος στο Balamand του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993), όπου αθωώθηκε και νομιμοποιήθηκε η Ουνία με τις υπογραφές αντιπροσώπων εννέα αυτοκεφάλων και αυτονόμων εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρωσίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας, Αλβανίας, Φιλλανδίας), ενώ δεν έλαβαν μέρος αρνούμενες την μεθόδευση έξη εκκλησίες (Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχοσλοβακίας).
Το σημαντικώτερο όμως γνώρισμα του κειμένου του Balamand δεν βρίσκεται στην αθώωση και νομιμοποίηση της Ουνίας, αλλά στις σοβαρές παραχωρήσεις των Ορθοδόξων αντιπροσώπων σε θέματα πίστεως. Για πρώτη φορά, με αθέτηση της σταθερής και καθαγιασμένης πατερικής παραδόσεως αιώνων αλλά και συγχρόνων «Δηλώσεων» και «Αποφάνσεων», Ορθόδοξοι θεολόγοι αρνούνται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία· δέχονται ότι συναποτελεί μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την Μία Εκκλησία και είναι από κοινού με αυτήν υπεύθυνη για την διατήρηση της Εκκλησίας στην πιστότητα της θείας οικονομίας. Για τον λόγο αυτό Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί ποιμένες πρέπει αμοιβαίως να αναγνωρίζονται ως αληθείς ποιμένες της ποίμνης του Χριστού. Υπάρχει αμοιβαία αναγνώριση των μυστηρίων, της αποστολικής διαδοχής και της ομολογίας της αποστολικής πίστεως. Μετά από το κείμενο του Βάάηάοί, όπου ουσιαστικά υπεγράφη ένα νέο είδος Ουνίας, δικαιολογούνται απολύτως οι επισκέψεις του πάπα στις «αδελφές εκκλησίες» της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Ελλάδος. Δικαιολογείται επίσης η αποδοχή της «Βαπτισματικής Θεολογίας» της Β΄ Βατικανείου Συνόδου, από πολλούς Ορθοδόξους Θεολόγους. Σύμφωνα με αυτήν το εκτός της Εκκλησίας βάπτισμα των αιρετικών είναι έγκυρο καθ' εαυτό· το βάπτισμα καθορίζει τα όρια της Εκκλησίας και όχι η Εκκλησία την εγκυρότητα του Βαπτίσματος. Με το βάπτισμα όλοι οι Χριστιανοί, όπου και αν ανήκουν, γίνονται μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, γι' αυτό και ο αναβαπτισμός των ετεροδόξων από τους Ορθοδόξους απαγορεύεται ήδη στο κείμενο του Balamand. Από τις σχετικές όμως εισηγήσεις και την επακολουθήσασα συζήτηση στο Συνέδριο κατοχυρώθηκε πλήρως η άποψη ότι εκτός της Εκκλησίας δεν ενεργεί η σώζουσα Χάρις του Αγίου Πνεύματος, και επομένως τα μυστήρια των ετεροδόξων είναι άκυρα και ανυπόστατα. Κατ' ακρίβειαν οι επιστρέφοντες στην Ορθόδοξη Εκκλησία ετερόδοξοι πρέπει να βαπτίζονται.
Διαπιστώθηκε επίσης ότι η «Λειτουργική Κίνηση», καλλιεργηθείσα επί μακρόν στους κόλπους του Παπισμού και υιοθετηθείσα από την Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1963-1965), επηρέασε επίσης Ορθοδόξους κληρικούς και θεολόγους. Υπό το πρόσχημα της «Λειτουργικής Ανανέωσης» αποβλέπει στην ένωση των Ορθοδόξων υπό τον πάπα κατά το πρότυπο των Ουνιτών. Προσπαθεί σταδιακά, μετά από κάποιο χρόνο ψυχολογικής προετοιμασίας, να επιβάλει μία αδογματική λατρεία, χωρίς αναφορές σε δόγματα, αιρέσεις και ομολογητάς αγίους, ώστε η νέα Ουνία να γίνεται δεκτή από όλους. Έτσι εξηγείται και ο προωθούμενος σχεδιασμός της κάθαρσης των λειτουργικών κειμένων.
4. Η συμμετοχή στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και οι διάλογοι με τους Προτεστάντες
Στον χώρο του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» και στους θεολογικούς διαλόγους συνολικά με τις Προτεσταντικές ομολογίες, Λουθηρανισμό, Αγγλικανισμό, Μετερρυθμισμένους, διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση είναι εξ ίσου ζοφερή ή και ζοφερώτερη. Ο διά της συμμετοχής μας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» ευτελισμός της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τον υποβιβασμό και την έκπτωσή της σε ένα κομμάτι, σε ένα μέλος της συνάξεως των πολυπληθών αιρέσεων και σχισμάτων, όχι μόνο της στέρησε αριθμητικά, ως ανύπαρκτης σχεδόν στις διάφορες ψηφοφορίες, την δυνατότητα να έχει αποφασιστικό λόγο στις διάφορες συνελεύσεις, αλλά κυρίως αυτός ο υποβιβασμός και η ισοπέδωση απεθράσυναν τους ελευθερόφρονες Προτεστάντες, ώστε να εισάγουν στις διάφορες συναντήσεις και να συζητούν θέματα τα οποία αναιρούν το ίδιο το Ευαγγέλιο και την Παράδοση της Εκκλησίας, τον ίδιο τον Χριστιανισμό, όπως είναι τα θέματα της ιερωσύνης των γυναικών, του γάμου των ομοφυλοφίλων και διάφορες ανιμιστικές ειδωλολατρικές εκδηλώσεις πίστεως και λατρείας.
Υπήρξε τέτοια και τόση η αντίδραση για την αποστασία αυτή των Προτεσταντών από την Χριστιανική πίστη και ζωή, που αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι μύθος και φαντασία η δήθεν μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεως κατά τή συμμετοχή μας στους θεολογικούς διαλόγους, ώστε πολλές Ορθόδοξες εκκλησίες έλαβαν οριστική και αμετάκλητη απόφαση να αποχωρήσουν από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και από τους θεολογικούς διαλόγους, όπως έπραξε πρώτη το 1992 η Μήτηρ των Εκκλησιών, το παλαίφατο και πρεσβυγενές Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, και ακολούθησαν στή συνέχεια η Εκκλησία Γεωργίας, και η Εκκλησία Βουλγαρίας, ενώ ήσαν έτοιμες να αποχωρήσουν και άλλες Ορθόδοξες εκκλησίες. Η Εκκλησία της Σερβίας αποφάσισε σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου κατά Μάϊο-Ιούνιο του 1997 να αποχωρήσει από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», απόφαση που δυστυχώς δεν εφήρμοσε στή συνέχεια. Η Εκκλησία της Κύπρου επίσης σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου διχάσθηκε· ισοψήφισαν τα μέλη της κατά την σχετική συνεδρία, και μόνον το βάρος της ψήφου του αρχιεπισκόπου έσωσε την απόφαση της παραμονής στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ώστε να αποφευχθούν αρνητικές συνέπειες στο εθνικό θέμα της νήσου. Έντονος προβληματισμός υπήρχε και στην Εκκλησία της Ελλάδος πρίν από την σημερινή ηγεσία, όπως και στην Εκκλησία της Ρωσίας, σε επίπεδο μάλιστα εκκλησιαστικού πληρώματος.
Οι ενδοορθόδοξες αυτές εξελίξεις που αποδεικνύουν και θα απεδείκνυαν εμφανέστερα, αν ολοκληρώνονταν, ότι η Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία παραμένει πιστός μάρτυρας και φύλακας της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, δυστυχώς ανεστάλησαν με την υποβολή της γνώμης από τον αρχαίο ψιθυριστή και επίβουλο της σωτηρίας, ότι δεν πρέπει να διασπασθεί η διορθόδοξη ενότητα και πρέπει από κοινού να αποφασίσουν σχετικά όλες οι εκκλησίες, μολονότι είναι γνωστόν ότι και η συμμετοχή δεν αποφασίσθηκε από κοινού, αλλά κάθε εκκλησία αποφάσισε ξεχωριστά. Αλλοίμονο αν οι Άγιοι Πατέρες και οι ορθόδοξες σύνοδοι περίμεναν να πάρουν κοινές αποφάσεις με τους αιρετικούς ή με τους φίλους των αιρετικών και τους αιρετικά φρονούντας.
Έτσι, με αίτημα των εκκλησιών Σερβίας και Ρωσίας, συνήλθε η «Διορθόδοξη Συνάντηση της Θεσσαλονίκης» με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (29 Απριλίου-2 Μαΐου 1998), η οποία επάγωσε όλες τις σχετικές κινήσεις με αναγνώριση βέβαια του δικαίου των αντιδράσεων και των αποφάσεων, αλλά με έκκληση παραμονής επί τή ελπίδι της βελτιώσεως των πραγμάτων. Αναγνωρίζεται εις το ανακοινωθέν ότι «μετά ένα αιώνα ολόκληρον ορθοδόξου συμμετοχής εις την Οικουμενικήν Κίνησιν και παρουσίας ημίσεος αιώνος εις το Π. Σ. Εκκλησιών, δεν διαπιστούται ικανοποιητική πρόοδος εις τον πολυμερή μεταξύ των Χριστιανών Θεολογικόν Διάλογον. Αντιθέτως το χάσμα μεταξύ Ορθοδόξων και Προτεσταντών γίνεται μεγαλύτερον λόγω της αυξήσεως αναλόγων τάσεων (="περιεκτική" γλώσσα, χειροτονία γυναικών, δικαιώματα σεξουαλικών μειονοτήτων, θρησκευτικός συγκρητισμός) εν τοίς κόλποις ωρισμένων Προτεσταντικών Ομολογιών».
Για να αποκτήσει και θεολογικό υπόβαθρο η εσφαλμένη αυτή απόφαση, να παράσχει επιχειρήματα στους οικουμενιστάς και οικουμενίζοντας και να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συνεκλήθη στή Θεσσαλονίκη «Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο», τυπικώς μεν από την Θεολογική Σχολή, ουσιαστικώς όμως από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», που μετείχε με εκπροσώπους του, και από οικουμενιστάς καθηγητάς της Θεολογικής Σχολής, τον Ιούνιο του 2003, παρουσία και του Μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου. Αποδείχθηκε άλλη μία φορά ο μύθος της μαρτυρίας της Ορθοδόξου πίστεως. Στα πορίσματά του το οικουμενιστικό αυτό συμπόσιο προσβάλλει την Ορθόδοξη Θεολογία με την θέση του για την ιερωσύνη των γυναικών και ανατρέπει την κανονική λειτουργική παράδοση της εκκλησίας στο θέμα της συμπροσευχής. Διαπιστώνει στα Πορίσματά του την «αδυναμία της εναντίον της χειροτονίας των γυναικών θεολογικής επιχειρηματολογίας των Ορθοδόξων» και αποφαίνεται για το θέμα της συμπροσευχής ότι «η μόνη κοινή προσευχή που ρητά απαγορεύεται είναι η ευχαριστιακή». Στο τέλος μάλιστα ως συμπέρασμα αυτών των θέσεων διαπιστώνεται ότι, αφού δεν έχουμε επιχειρήματα στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών, οι δε συμπροσευχές πλήν της ευχαριστιακής επιτρέπονται, κακώς και αθεολογήτως απεχώρησαν μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Γι' αυτό κάνουν έκκληση προς τις εκκλησίες Γεωργίας και Βουλγαρίας να επιστρέψουν «στήν ευρεία παγκόσμια οικουμενική οικογένεια». Τον παντελώς αστήρικτο και έωλο αυτό θεολογικό λόγο αποδέχθηκε, ως φαίνεται, και ο παρών στις εργασίες του συμποσίου αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος εδήλωσε, με ή χωρίς συνοδική κάλυψη, ότι βλέπει «νά απομακρύνεται η περίπτωση της αποχώρησης της Εκκλησίας μας (=Εκκλησίας της Ελλάδος) από το Π.Σ.Ε.».
Σχετικά με τα δύο σημαντικά θέματα της ιερωσύνης των γυναικών και της συμπροσευχής με τους ετεροδόξους στις σχετικές εισηγήσεις και στις συζητήσεις του παρόντος «Διορθοδόξου Θεολογικού Συνεδρίου» κατοχυρώθηκαν με συντριπτική επιχειρηματολογία το αδύνατο της χειροτονίας γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η απαγόρευση κάθε είδους συμπροσευχής από τους ιερούς κανόνες και όχι μόνο της ευχαριστιακής. Προσευχόμεθα υπέρ των ετεροδόξων, για να επιστρέψουν στην Εκκλησία, όχι όμως μετά των ετεροδόξων.
5. Ο διάλογος με τους Μονοφυσίτες
Η ίδια εικόνα όχι μόνο της παντελούς ακαρπίας αλλά και των σοβαρών παραχωρήσεων σε θέματα πίστεως υπάρχει και στον θεολογικό διάλογο με τους μέχρι σήμερα θεωρουμένους και όντας Μονοφυσίτας, τώρα όμως από «αγάπη» χαρακτηριζομένους ως «Αντιχαλκηδονίους», «Προχαλκηδονίους», «Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες», τελικώς δε και Ορθοδόξους. Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε ότι ο διεξαχθείς διάλογος δεν απέφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Οι τρείς «Δηλώσεις»Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων είναι κείμενα απαράδεκτα ορθοδόξως. Σοβαρώτατα ολισθήματα επίσης είναι η μυστηριακή διακοινωνία με τους Μονοφυσίτες, που αποφασίσθηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η μερική αναγνώριση από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας των μυστηρίων των Μονοφυσιτών και οι εισηγήσεις περί καθάρσεως των λειτουργικών κειμένων και ορισμού τυπικού συλλειτουργίας Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Σε επίπεδο θεολογικής έρευνας φθάσαμε στο αδιανόητο και βλάσφημο για τις άγιες Συνόδους και τους αγίους Πατέρας, που καταδίκασαν τους αρχηγούς της αιρέσεως, εγχείρημα να εγκρίνονται από το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δύο διδακτορικές διατριβές, που αποφαίνονται ότι οι Μονοφυσίτες Διόσκορος και Σεβήρος δεν ήσαν αιρετικοί, αλλά καταδικάσθηκαν για μή θεολογικούς λόγους.
6. Ο διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς
Ο μόνος θεολογικός διάλογος που έληξε με υπογραφή των Ορθοδόξων θέσεων από ετεροδόξους είναι ο διάλογος με τους Παλαιοκαθολικούς. Τα υπογραφέντα κείμενα καταδικάζουν όλες τις βασικές πλάνες του Παπισμού, από τον οποίον αποχώρησαν μετά την Α΄ Βατικάνειο Σύνοδο του 1870 οι ονομασθέντες Παλαιοκαθολικοί, διαμαρτυρόμενοι για την ανακήρυξη σε δόγμα της διδασκαλίας περί του αλαθήτου του πάπα. Προφανώς μή φέρουσα αυτήν την εξέλιξη, δυσμενέστατη και μή ελεγχόμενη από την ίδια, η Ρώμη έκανε το πάν, ώστε ο αισίως περατωθείς αυτός διάλογος να μή προχωρήσει σε ένωση των Παλαιοκαθολικών με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Θα ήταν η πρώτη φορά που τμήμα του δυτικού Χριστιανισμού θα ενσωματωνόταν και θα επέστρεφε στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δείχνοντας παραδειγματικά σε ολόκληρη τή Δύση, Παπική και Προτεσταντική, το δρόμο της επιστροφής. Οι Παλαιοκαθολικοί διέπραξαν όμως και αυτοί το λάθος στον διάλογό τους με τους Αγγλικανούς να ταχθούν υπέρ της ιερωσύνης των γυναικών, αναιρούντες όσα μετά των Ορθοδόξων εδέχθησαν, και να εγείρουν έτσι σοβαρό εμπόδιο στην περαιτέρω θετική εξέλιξη των πραγμάτων.
7. Ο αληθής διάλογος και οι προϋποθέσεις του
Συμπερασματικά, σχετικά με τους θεολογικούς διαλόγους, διαπιστώθηκε ότι η Εκκλησία δεν αποφεύγει τον διάλογο· είναι ανοικτή εις όλους και τους καλεί να έλθουν σ' αυτήν για να σωθούν. Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση και ο απαράβατος όρος κάθε διαλόγου· δεν τίθεται σε συζήτηση και αμφισβήτηση η σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας. Σε περίπτωση μή κατανοήσεως ή αρνήσεως εκ μέρους των ετεροδόξων αυτού του σωτηριώδους πλαισίου, δεν πρέπει να παρατείνεται χρονικά ο διάλογος, αλλά τηρουμένων των αναγκαίων χρονικών ορίων, όπως έκαναν οι Άγιοι Πατέρες στις συνόδους, να διακόπτεται ο διάλογος, όπως έπραξε και ο ίδιος ο Κύριος προς όσους δεν αντελήφθησαν την διδασκαλία Του και δυσανασχετούσαν: «Μή και υμείς θέλετε υπάγειν;»7. Έτσι μόνον υπάρχει ελπίς να συνειδητοποιήσουν την πλάνη οι ετερόδοξοι και να απαντήσουν και σήμερα στην Εκκλησία, που είναι ο Χριστός ο εις τους αιώνας επεκτεινόμενος: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις»8. Αυτήν την αξιομνημόνευτη και υποδειγματική στάση εκράτησε στον διάλογο με τους Προτεστάντες θεολόγους της Τυβίγγης ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός στή δεύτερη «Απόκρισή» του (1581). Όταν διεπίστωσε σύντομα ότι εμμένουν στις πλάνες και απορρίπτουν την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, «τών φωστήρων και θεολόγων της Εκκλησίας», διέκοψε την επικοινωνία και τους άφησε να βαδίζουν τον δικό τους δρόμο: «Ώστε το καθ' υμάς απαλλάξατε των φροντίδων ημάς. Την υμετέραν ούν πορευόμενοι, μηκέτι μεν περί δογμάτων, φιλίας δε μόνης ένεκα, ει βουλητόν, γράφετε»9.
Στο συνέδριο τονίσθηκε ότι είναι εσφαλμένη, αδικαιολόγητη και μοναδική στην ιστορία της Εκκλησίας μέθοδος να διεξάγονται σήμερα διάλογοι όχι για τις διαφορές, για τα χωρίζοντα, αλλά για τις ομοιότητες, για τα ενούντα. Τί νόημα έχει να συζητούμε γι' αυτά, τα οποία δεχόμαστε και στα οποία συμφωνούμε; Απλώς κρύβουμε τις διαφορές και εξυπηρετούμε άλλες σκοπιμότητες· την μή φανέρωση του χάσματος και τον εφησυχασμό των καλοπροαιρέτων ετεροδόξων, ως και την διευκόλυνση του προσηλυτιστικού έργου εις βάρος των Ορθοδόξων. Είναι απαραίτητο επίσης οι οποιεσδήποτε αποφάσεις στις σχέσεις με τους ετεροδόξους να έχουν συνοδική κάλυψη, και να ενημερώνεται σχετικώς το πλήρωμα της Εκκλησίας, διότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα ουσιαστικής συνοδικότητος.
Τελικώς οι σύνεδροι επεκρότησαν και επήνεσαν το σκεπτικό των Ορθοδόξων Εκκλησιών που αποχώρησαν ή επρόκειτο να αποχωρήσουν από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τους θεολογικούς διαλόγους, όπως διατυπώνεται στο ιστορικό και ορθοδοξότατο γράμμα που έστειλε η Εκκλησία Ιεροσολύμων 22 Σεπτεμβρίου 1992 προς τους αρχηγούς των λοιπών αυτοκεφάλων Εκκλησιών, στο οποίο ανακοινώνει ότι διακόπτει τον θεολογικό διάλογο «μετά πάντων των ετεροδόξων γενικώς, ηγησαμένη ότι ούτος, ου μόνον ανώφελός εστιν, αλλά και επιζήμιος αποβαίνει διά την εν γένει Ορθόδοξον Εκκλησίαν και ιδιαιτέρως διά την Αγιωτάτην ημών Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων».
8. Από τον διαχριστιανικό στον διαθρησκειακό συγκρητισμό
Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Οικουμενισμός, μετά την επιτυχία που είχε στους διαχριστιανικούς διαλόγους με τις θεωρίες των «κλάδων», των «αδελφών εκκλησιών» και της «βαπτισματικής θεολογίας», έχει ήδη περάσει στην επόμενη επιδίωξη των σχεδιαστών της «Νέας Εποχής», στην διαθρησκειακή ενότητα, με την προβολή της όντως δαιμονικής θέσεως ότι ο Χριστός δεν είναι η μόνη οδός σωτηρίας, η ζωή, το φώς και η αλήθεια· και οι άλλες θρησκείες είναι οδοί σωτηρίας, ώστε στο τέλος να επιβληθεί η πανθρησκεία του Αντιχρίστου στα πλαίσια της παγκοσμιοποιήσεως και της Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Οι πυκνούμενες και ενισχυόμενες από Χριστιανούς ηγέτες, και μερικούς Ορθοδόξους, διαθρησκειακές συναντήσεις και οι διαθρησκειακοί διάλογοι έχουν οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο συγκρητισμό, αποτελούν άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων και Ομολογητών της πίστεως, των οποίων το μαρτύριο και η ομολογία υπέρ της μοναδικής αληθείας χάνουν πλέον κάθε νόημα, μεταβάλλονται δε και αυτοί εις ανοήτους «φουνταμενταλιστάς».
Β. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές και εκτιμήσεις το «Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο» προέβη στις ακόλουθες προτάσεις:
1. Επειδή είναι πανθομολογούμενο πλέον μετά από εκατό έτη το ανώφελο και επιζήμιο της συμμετοχής της Εκκλησίας, με όρους διομολογιακής και διαθρησκειακής ισότητος και ισοπεδώσεως, στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», στους διαχριστιανικούς και στους διαθρησκειακούς διαλόγους, προτείνεται να προχωρήσουν και οι λοιπές αυτοκέφαλες εκκλησίες σε αποχώρηση από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και σε διακοπή αυτού του είδους των διαλόγων. Για τον σκοπό αυτό δεν απαιτείται πανορθόδοξη απόφαση, αφού και η συμμετοχή αποφασίσθηκε μεμονωμένως. Ο μόνος διάλογος που δικαιολογείται βάσει του Ευαγγελίου και της Πατερικής Παραδόσεως είναι η απάντηση στο ερώτημα των προσερχομένων αυτοπροαιρέτως να σωθούν ετεροδόξων και ετεροθρήσκων: «Τί με δεί ποιείν ίνα σωθώ;»10 ή «Τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»11.
2. Να αναθεωρήσουν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, και προπαντός η προηγουμένη τή τιμή και ταίς πρωτοβουλίαις Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, τις σχέσεις τους προς τον Παπισμό, τον οποίο όλοι οι Άγιοι Πατέρες, από τον Μ. Φώτιο, μέσω του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Μάρκου Ευγενικού, Κολλυβάδων Αγίων, μέχρι και του Αγίου Νεκταρίου και του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς, θεωρούν ως αίρεση και όχι ως «αδελφή εκκλησία».
3. Να τηρηθούν οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας, που απαγορεύουν την συμπροσευχή με τους ετεροδόξους γενικώς, σε όλες τις περιπτώσεις, και όχι μόνο την ευχαριστιακή συμπροσευχή, όπως προβάλλεται εσχάτως. Η τήρηση των κανόνων επιβάλλεται κυρίως σε θέματα πίστεως και όχι μόνον σε θέματα διοικήσεως και δικαιοδοσιών.
4. Να γίνει έκκληση προς τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, που δεν δέχθηκαν μέχρι τώρα να επισκεφθεί ο πάπας τις χώρες τους, να εμμείνουν σ' αυτήν την απόφαση. Φαντάζεται κανείς κάποιον από τους Αγίους Πατέρες να οργανώνει υποδοχές, να τιμά και να ασπάζεται τον Άρειο, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή κ.ά.; Να διαγραφεί από το Ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (="Δίπτυχα") η απαράδεκτη αναγραφή της επισκέψεως του πάπα ως μεγάλου ιστορικού γεγονότος, και να αποτραπεί στο μέλλον κάθε ενέργεια για ανταπόδοση ή επανάληψη της επισκέψεως.
5. Να διερευνηθεί το θέμα της μυστηριακής διακοινωνίας του Πατριαρχείου Αντιοχείας με τους Μονοφυσίτας ως και το της αναγνωρίσεως μερικών μυστηρίων των αυτών αιρετικών από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και να εφαρμοσθεί στην περίπτωση αυτή η κανονική αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω».
6. Να ενισχυθεί και ενθαρρυνθεί ο ενδοεκκλησιαστικός διάλογος στο πνεύμα της συνοδικότητος, που δεν περιορίζεται μόνον στους επισκόπους. Είναι τουλάχιστον λυπηρόν να επιδιώκεται ο διάλογος με τους ποικιλώνυμους αιρετικούς και ετεροθρήσκους, και να απορρίπτεται η διαφορετική άποψη αδελφών εν τή πίστει, που συκοφαντούνται ως φανατικοί.
7. Να αποθαρρυνθούν και να σταματήσουν οι λειτουργικές αλλαγές και ανανεώσεις, γιατί αποτελούν εφαρμογή αρχών του Οικουμενισμού και αποβλέπουν σε δημιουργία αδογματικής λατρείας, ώστε να διευκολύνεται η αποδοχή των αιρέσεων. Άλλωστε ο λειτουργικός πλούτος της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ανήκει σε κάποια τοπική εκκλησία. Εκφράζει την διαχρονική ζωή της Εκκλησίας και πρέπει να φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Ειδικά για την Εκκλησία της Ελλάδος επέμειναν οι σύνεδροι στην επίκριση και απόρριψη του πρωτοφανούς και παντελώς αδικαιολογήτου εγχειρήματος να αναγινώσκονται συγχρόνως στο αρχαίο κείμενο και σε νεοελληνική μετάφραση τα αγιογραφικά αναγνώσματα σε ναούς της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
8. Να διατρανωθεί προς τις εκκλησιαστικές ηγεσίες ότι σε περίπτωση που εξακολουθήσουν να συμμετέχουν και να ενισχύουν την παναίρεση του Οικουμενισμού, διαχριστιανικού και διαθρησκειακού, ο επιβεβλημένος σωτήριος, κανονικός και αγιοπατερικός δρόμος των πιστών, κληρικών και λαϊκών, είναι η ακοινωνησία, η διακοπή δηλαδή του μνημοσύνου των επισκόπων, οι οποίοι καθίστανται συνυπεύθυνοι και συγκοινωνοί της αιρέσεως και της πλάνης. Δεν πρόκειται περί σχίσματος, αλλά περί θεαρέστου ομολογίας, όπως το έπραξαν παλαιοί Πατέρες, αλλά και στις ημέρες μας ομολογηταί επίσκοποι, μεταξύ των οποίων ο γεραρός και σεβαστός μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος, και το Άγιον Όρος.
9. Να διακηρυχθεί εν ήχω σάλπιγγος ότι ο Οικουμενισμός και οι απροϋπόθετοι διάλογοι με τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους δεν ωφελούν αλλά βλάπτουν, επομένως δεν είναι έργο αγάπης, αλλά απλώς κοσμικής νοοτροπίας· συμβατικές σχέσεις, που αποβλέπουν όχι σε πνευματικούς, αλλά σε ιδιοτελείς στόχους. Φθείρουν και νοθεύουν το ορθόδοξο φρόνημα με τον συμφυρμό και την σύγχυση, βλάπτουν επομένως τους ομοπίστους, αφού χωρίς καθαρότητα δογμάτων και στα πιό μικρά θέματα δεν μπορεί κανείς να σωθεί. Στους ετεροθρήσκους και ετεροδόξους κλείνουν την πύλη της σωτηρίας, αφού εμποδίζουν τους μεν πρώτους να δουν ότι ο Χριστός είναι η μόνη οδός σωτηρίας, τους δε δευτέρους ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η κιβωτός της σωτηρίας, η μόνη Εκκλησία. Την σωτηρία πάντων των ανθρώπων θέλει ο Θεός εν τή απείρω αγάπη Του προς τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αντιθέτως την πολεμεί με πολλούς τρόπους ο Διάβολος, ο εχθρός της σωτηρίας, από φθόνο και μίσος προς τον άνθρωπο.
Απορρίπτουμε λοιπόν εξ αγάπης τον Οικουμενισμό, διότι επιθυμούμε να προσφέρουμε στους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους εκείνο που εχάρισε πλούσια ο Κύριος σε όλους εμάς μέσα στην Αγία Ορθόδοξο Εκκλησία Του, δηλαδή την δυνατότητα να γίνουμε και να είμαστε μέλη του Σώματός Του.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 224.
2. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ρωμαίους Ομιλ. 22, 2, ΡG 60, 611.
3. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Φιλιππησίους Ομιλ. 2, 1, ΡG 62, 191.
4. Ματθ. 23, 13.
5. Βλ. Π. Μπρατσιώτου, Ο Σάμου Ειρηναίος και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών, «Εκκλησία» 40 (1963) 477.
6. Ματθ. 12, 33.
7. Ιω. 6, 67.
8. Αυτόθι 69.
9. Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Graz 1968, τόμ. 2ος, σελ. 489.
10. Πράξ. 16, 30.
11. Λουκ. 10, 25 & 18, 18.