Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

"Ά δε ητοίμασας τινί έσται;"

Κατά Λουκάν ΙΒ’ 16 Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· 17 και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τι ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου; 18 και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, 19 και ερώ τή ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. 20 είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τή νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού· ά δε ητοίμασας τίνι έσται; 21 ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μη εις Θεόν πλουτών.


Διαβάζοντας κανείς την παραπάνω παραβολή την οποία είπε ο Χριστός σε κάποιον που του ζήτησε να παρέμβει και να μερίσει την περιουσία μεταξύ αυτού και του αδερφού του, θα διακρίνει ότι αποτελεί πραγματικά ένα κατ’εξοχήν επίκαιρο θέμα. Γιατί; Μα όλοι μας σήμερα αγωνιζόμαστε για να συνάξουμε, είτε κάνουμε λόγο για χρήματα είτε για υλικά αγαθά τα οποία αποκτώνται με τα πρώτα. Δαπανούμε όλο το χρόνο μας στο σκοπό αυτό. Διαρκώς συνάγουμε. Μαζεύουμε, μαζεύουμε, μαζεύουμε... Αποκτούμε, αποκτούμε, αποκτούμε... Και όπως ο πλούσιος της παραβολής δεν έχουμε πλέον χώρο να βάλουμε τα αγαθά μας.  Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες αποθήκες...


Προσέχω γύρω μου τα τελευταία χρόνια και παρατηρώ ότι οι άνθρωποι εργάζονται πλέον από το πρωί έως αργά το βράδυ. Κάποιοι το κάνουν γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος λόγω πραγματικών οικογενειακών υποχρεώσεων. Κάποιοι άλλοι όμως απλά είναι αχόρταγοι και θέλουν να αποκτήσουν χρήματα, τα οποία είτε καμαρώνουν σε κλειστούς λογαριασμούς νιώθοντας σπουδαίοι συνομιλώντας καθημερινά με την τράπεζα ως πελάτες, είτε τα χρησιμοποιούν για την απόκτηση αγαθών που όμως ποτέ δε χαίρονται αφού διαρκώς εργάζονται. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι η απόκτηση αγαθών δεν αποσκοπεί τόσο στη χρήση τους αλλά αποβλέπει απλά στο να προβάλλονται στον περίγυρω ώστε να κερδίζουμε το θαυμασμό καθώς και να προκαλούμε τη ζήλια των άλλων. Ίσως φαίνεται περίεργο αλλά δεν είναι. Οι άνθρωποι γίναμε κακοί και χαιρόμαστε περισσότερο όταν βλέπουμε τους άλλους να σκάνε για κάτι που αφορά εμάς.


Καταγινόμαστε επίσης με τα κληρονομικά –όπως ο άνθρωπος της παραβολής-  ενδιαφερόμενοι πως θα βάλουμε στο χέρι το οτιδήποτε και πως θα μας αποφέρει οικονομικά ωφέλη. Έχουμε και τις κεραίες ανοικτές μη τυχόν και ριχτούμε στη μοιρασιά. Αν όμως υπάρχει τρόπος να τη φέρουμε στον άλλο, τότε θα το επιχειρήσουμε. Νοικιάζουμε, πουλάμε, αγοράζουμε, μετράμε, υπολογίζουμε, εκτιμούμε, διαβάζουμε, συμβουλευόμαστε, επενδύουμε...


Διάβαζα τις προάλλες ανεβαίνοντας ένα δρόμο σε κάποια γειτονιά ένα πολύ πετυχημένο σύνθημα των αναρχικών. Έγραφε: «γεμίσαμε από αγαθά, αδειάσαμε από ζωή». Σήμερα στα σπίτια υπάρχει πληθώρα υλικών αγαθών. Κάποτε μια οικογένεια δεν είχε ούτε καν τηλεόραση, το βίντεο ήταν ένα είδος πολυτελείας ενώ οι νοικοκυρές συνήθως έπλεναν στο χέρι. Σήμερα σε κάθε σπίτι υπάρχουν 4-5 τηλεοράσεις, 5-6 τηλέφωνα, συσκευές dvd σε κάθε δωμάτιο, αποθηκευμένα 3-4 βίντεο, αρκετές συσκευές κινητής τηλεφωνίας, διάφορες άλλες ηλεκτρονικές συσκευές παραπεταμένες, άπειρα ρούχα και παπούτσια που αγοράζονται δίχως να υφίσταται αληθινή χρεία τους και τέλος ο καθένας έχει το δικό του μεταφορικό μέσο. Ότι βγαίνει, τρέχουμε να το αγοράσουμε. Να νιώσουμε ότι μέσα στη μηδαμινότητά μας είμαστε ισχυροί. Όποιος μας βομβαρδίζει με μια προσφορά, σπεύδουμε να ανταποκριθούμε, όχι γιατί πραγματικά έχουμε ανάγκη το προσφερόμενο αγαθό αλλά γιατί είμαστε έξυπνοι και γνωρίζουμε να διακρίνουμε και να εκμεταλλευόμαστε τις ευκαιρίες. Αγοράζουμε πράγματα που ουδέποτε χρησιμοποιούμε, τρώμε, πίνουμε, διαβάζουμε κτλ απλά και μόνο γιατί μας ευχαριστεί το συναίσθημα της απόκτησης. Οι οικογένειες και τα σπίτια γέμισαν όντως από αγαθά, άδειασαν όμως όπως λέει το σύνθημα από ζωή. Δεν υπάρχει πια ζωή στην οικογένεια. Τα ελάχιστα σημερινά μέλη της δεν έχουν καμία επάφη κι ας μοιράζονται την ίδια στέγη. Τα αγαθά τους κρατούν καλά δεμένους όλους.


Ακόμη και στη ζωή μας γίναμε άνθρωποι των ανέσεων. Π.χ. δεν περπατάμε, δεν μπαίνουμε στο τρένο ή το λεωφορείο αλλά θέλουμε το αυτοκίνητο, ή θέλουμε το ακριβό εστιατόριο ή την ακριβή και γνωστή πλαζ από μια απλή παραλία. Δεν είμαστε ικανοί να ξεσκονίσουμε το σπίτι μας αλλά θέλουμε άνθρωπο να μας το κάνει.


Με λίγα λόγια γίναμε άνθρωποι της τρυφής και του λούσου. Αυτά μας δίνουν χαρά και νόημα στη ζωή. Χάσαμε την απλότητά μας και μαζί με αυτή την αθωότητά μας. Χάσαμε το μέτρο για το οποίο μιλούσαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Γιατί π.χ.δεν είναι κακό να αποκτήσει κανείς ένα σπίτι για τα παιδιά του ή ένα αυτοκίνητο ή να σπουδάσει τα παιδιά του. Παρασυρόμαστε όμως σε αυτή τη δαιμονική παγίδα, σε αυτό το αληθινό κυνήγι μαγισσών της αδιάκοπης απόκτησης αγαθών όπως ο πλούσιος και της ψευδοηδονής που αυτά προσφέρουν. Λατρέψαμε τα αγαθά μας και γίναμε ξανά ειδωλολάτρες, ίσως μάλιστα χειρότεροι από αυτούς που σκότωναν τους χριστιανούς στις αρένες γιατί εμείς σήμερα πουλάμε ακόμη και τη μάνα μας αν πρόκειται να ωφεληθούμε. Ξεχάσαμε ότι είμαστε απλά άνθρωποι που σήμερα είμαστε, αύριο ίσως όχι. Λησμονήσαμε ότι η ζωή εδώ στη γη δεν έχει αιώνια διάρκεια και πως κάποια στιγμή είτε μέρα είναι είτε νύχτα κάποιοι θα απαιτήσουν την ψυχή μας. Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι θα την απαιτήσουν (το ποιοι, είναι φανερό αλλά αν θέλετε διαβάστε τη μετα θάνατον ενότητά μας) αλλά ότι εμείς αποκρυνόμενοι από το Θεό, τους δώσαμε κάθε δικαίωμα με το δίκιο τους να την απαιτούν. Κακά τα ψέμματα, στη ζωή μας όλα τα υπολογίσαμε και τα αθροίσαμε, δε βάλαμε όμως στο λογαριασμό της το Θεό. Άλλοι Τον ξεχάσαμε, άλλοι Τον παραβλέψαμε, άλλοι Τον διαγράψαμε. Δικαίωμά μας ήταν αναφαίρετο. Ο Θεός άλλωστε μας έπλασε ελεύθερους και όχι κατευθυνόμενους. Είχε πει όμως μια φράση με την οποία θα κλείσω το σύντομο αυτό κείμενο με το οποίο επιχειρώ να βάλω σε λειτουργία το πνευματικό ξυπνητήρι της συνείδησης του καθενός μας:


Κατά Μάρκον Η’ 36 τι γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;


Και πολλοί σήμερα σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας για να κερδίσουν τον κόσμο, ζημιώνουν την ψυχή τους, πλην όμως:


Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 24 Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν· ή γάρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και τού ετέρου καταφρονήσει· ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά


 

Μαζίδης Στρατής