Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2006

Η σχέση μας με το παιδί μας

Τα διάφορα φαινόμενα παιδικής βίας –είτε στα πρώτα χρόνια είτε στα εφηβικά - που ακούγονται τα τελευταία χρόνια ολοένα και συχνότερα έρχονται να προσθέσουν μια σειρά από προβληματισμούς και ερωτηματικά. Αυτά θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε και να αγγίξουμε με την παρούσα δημοσίευσή μας καθώς το Ορθοδοξία αντιπροσωπεύει μια σειρά από νέους γονείς αλλά και ενδιαφέρεται να βοηθήσει τους γονείς ώστε τα παιδιά να βρουν τη χαμένη αθωότητά τους.


Οργάνωση παρεών σε επίπεδο συμμοριών για το έλεγχο της τάξης αλλά και μιας περιοχής μεταξύ συνομιλήκων μέσω της άσκησης βίας, σεξουαλική βία με ταυτόχρονη τεχνολογική υποστήριξη από κινητά τηλέφωνα όσον αφορά οπτικοακουστικό υλικό, αρπαγές μπουφάν και λοιπών αξεσουάρ και τέλος η γνωστή καζούρα σε βάρος μιας μικρής μειοψηφίας της τάξης. Καταρχήν πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα αν τα παραπάνω φαινόμενα αποτελούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εποχής μας ή έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν. Σαφώς και προβλήματα πάντα υπήρχαν. Πάντα υπήρχαν κάποιοι πιο μάγκες από τους άλλους, πάντα υπήρχαν κάποιοι που δέχονταν όλη την πλάκα, πάντα υπήρχαν και κάποια ακραία φαινόμενα. Όμως νομίζω ότι η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα αποτελεί γέννημα των τελευταίων ετών. Κάποιοι μάλιστα επιστρατεύουν και το γνωστό λαϊκό ρητό: «Έχεις παιδιά; Να τα χαίρεσαι! Δεν έχεις παιδιά; Να χαίρεσαι!». Το θέμα όμως δεν είναι η φυγοπονία αλλά αν υπάρχει εξήγηση και αν ναι ποια, στο γιατί ορισμένα ανησυχητικά φαινόμενα που προετοιμάζουν το έδαφος μιας άγνωστης και τρομακτικής αυριανής κατάστασης ήταν νομοτελειακό να συμβούν ή όχι. Κατά την ταπεινή μου άποψη η αναγνώριση των αιτιών θα οδηγήσει στη θεραπεία του προβλήματος.


Η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί τη φυσική εξέλιξη μιας διαχρονικής πορείας. Τα παιδιά δεν ενδιαφέρονταν να χτυπήσουν το ένα το άλλο, ούτε να βιάσουν μια συμμαθήτρια ή ακόμη κι ένα συμμαθητή τους και φυσικά ούτε να ελέγξουν μια πλατεία. Θα πει κανείς ότι υπήρχαν οι πετροπόλεμοι. Ναι αλλά δεν υπήρχε μίσος και επίσης σε εκείνους τους πετροπόλεμους μετά τον πόλεμο όλοι ήταν φίλοι. Τα παιδιά λοιπόν ενδιαφέρονταν να παίξουν κλέφτες κι αστυνόμους, να βρουν ένα άδειο χώρο –τον πιο απίθανο- να στήσουν δύο αυτοσχέδια τέρματα για να παίξουν μπάλα ή να πάνε μια βόλτα με τα ποδήλατά τους ξεκινώντας το πρωί κι επιστρέφοντας με τη δύση του ηλίου. Τι άλλαξε στην πορεία; Πολλά αν όχι τα πάντα.


Η κοινωνία μας που μετετράπει σε στίβο ανταγωνισμού και του ποιος θα υπερισχύσει επάνω στους άλλους πέρασε αυτά τα νέα ιδανικά της και στα παιδιά. Άλλωστε αυτά ως πρότυπα έχουν τους γονείς. Ότι λοιπόν τους δουν να κάνουν ή να λένε, θα το επαναλάβουν κι αυτά. Οι ηθικές αξίες άρχισαν σιγά σιγά να σβήνουν με φυσικό επακόλουθο να μην καλλιεργούνται και στα παιδιά. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά σε τι οφείλεται η θλιβερή αυτή εικόνα, ποιος έχει τη βασική ευθύνη ξεκινώντας από τον πλέον υπεύθυνο:


1. Οι γονείς. Κάποτε το παιδί διακρινόταν για τη στενή σχέση με τους γονείς του. Στηριζόταν σε αυτούς. Οι γονείς αδημονούσαν πότε θα βρεθούν μαζί του και θα περάσουν το χρόνο τους ως μια αγαπημένη οικογένεια. Πόσες φορές θυμάμαι να παίζω μικρό παιδί με τους γονείς μου στην δεκαετία του 80’! Έχω ένα μπαούλο μέσα στο μυαλό μου γεμάτο με όμορφες αναμνήσεις με τη μητέρα και τον πατέρα μου. Αλλά και πόσα άλλα παιδιά έβλεπα στη γειτονιά να παίζουν με τους γονείς τους. Οι γονείς με τα παιδιά τους δημιουργούσαν εμπειρίες και μελλοντικές αναμνήσεις! Είχαν απασχολήσεις που τόνωναν το δεσμό της οικογένειας και ανέπτυσσαν τη θετική πλευρά του χαρακτήρα του παιδιού. Με τα χρόνια όμως άλλαξε αυτό.


Η είσοδος της γυναίκας –σε πολλές περιπτώσεις επιβεβλημένη- στην αγορά εργασίας έπαιξε βασικό ρόλο κατά πολλούς. Αυτό προσωπικά δεν το ενστερνίζομαι διότι και η δική μου η μητέρα εργαζόταν αλλά ποτέ δε με παραμέλησε. Το παραμικρό να μου συνέβαινε βρισκόταν δίπλα μου πριν το αντιληφθώ. Ίσως όμως κατά περίπτωση να συνέβαλλε ο παράγοντας αυτός. Τα ζευγάρια ουσιαστικά παρασύρθηκαν από τις υλικές επιταγές και έπεσαν στο παιχνίδι της υλικής ευδαιμονίας. Θα αναρωτηθεί κανείς το γιατί να συνέβει αυτό αφού οι σημερινοί γονείς μεγάλωσαν σε διαφορετικές συνθήκες, με τις ηθικές αξίες στην ύψιστη θέση και θεωρητικά έμαθαν το σωστό. Είναι όντως ένα εύλογο ερώτημα στο οποίο μόνο μια απάντηση μπορώ να δώσω, η ανάγκη για ανατροπή για κάποιων ιδεών της παλιάς κοινωνίας που πράγματι υπήρξαν αναχρονιστικές, δεν οδήγησε απλά και μόνο στην πρόοδο και βελτίωση των σημείων που είχαν ανάγκη καινοτομίας αλλά δυστυχώς στο ξερίζωμα ολόκληρου του κοινωνικού προτύπου συμπαρασύροντας ηθικές αξίες και θεσμούς. Η παραπάνω αλλαγή της κοινωνίας του συνθήματος «ή σε πατώ ή με πατάς» ποδοπάτησε και την ποιότητα του χαρακτήρα των γονιών. Έγιναν ψυχροί και απόμακροι ακόμη και μεταξύ τους. Εκεί που ένα παιχνίδι με το μωρό ή μια κουβέντα με το γιο σου και την κόρη σου σε γέμιζε ψυχικά αργότερα αντικαταστάθηκε από μια ταινία στο βίντεο, το cd player, το αμάξι κτλ. Τα παιδιά θεωρούμενα ως δεδομένα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Έπειτα ένα παιδί είναι ένας άνθρωπος με τα καλά του και τα στραβά του, έχει κάποιες απαιτήσεις και προϋποθέσεις η ενασχόληση μαζί του. Ο κουρασμένος τα τελευταία χρόνια γονιός δε θέλει μετά από μια ακόμη μέρα στη δουλειά και την κίνηση να ζορίζει το μυαλό του απασχολούμενος με το παιδί, χώρια ότι ίσως το θεωρεί και βαρετό να ασχοληθεί με αυτό.


Έχει λοιπόν το παιδί ανάγκη να παίξει; Του δίνουμε χρήματα και αγοράζει playstation, κάθεται με τις ώρες και αποβλακώνεται. Εμείς όμως διατηρούμε την ησυχία μας. Το ότι μπορεί το παιδί επί ώρες να εξασκείται σε παιχνίδια βίας και πώς να σκοτώσει τον αντίπαλο εμάς δε μας αγγίζει. Έχει ανάγκη βοήθειας στα μαθήματα; Θα του πάρουμε δασκάλους –και όχι ότι αυτό είναι κακό- αλλά εμείς ούτε καν θα ρωτήσουμε πως τα πάει. Θα τιμωρήσουμε όμως το παιδί αν τελικά αποτύχει. Έχει κάποιο πρόβλημα; Ας καπνίσει. Ας βρει μόνο του τη λύση έστω κι αν αυτή η επιλογή εγκυμονεί κινδύνους.


Είναι τελικά μια μεγάλη πλειοψηφία γονέων αδιάφοροι. Ακούω καθηγητές που κάνουν ιδιαίτερα να πηγαίνουν σε σπίτια και να μην έχουν δει ποτέ τους γονείς. Αλλά πώς να μην είναι αδιάφοροι οι γονείς; Μήπως οικοδόμησαν το γάμο τους «επί την πέτραν»; Παρά πολλοί από τους σημερινούς γονείς έχουν σε προγενέστερα έτη σκοτώσει σε κάποιο υπόγειο ιατρείο κάποιο ή κάποια αγέννητα παιδιά τους. Ο γάμος δεν αποτελεί το στόχο όπως θα έπρεπε με βάση την Εκκλησία μας αλλά απλά την κατάληξη μιας πορείας γλεντιού και εμπειριών που όταν πια θα μας κορέσουν τότε θα καταλήξουμε στο γάμο γιατί πρέπει και για να τεκνοποιήσουμε γιατί πάλι πρέπει.


Τα παιδιά παραμένουν ασύδοτα, κανείς δε θα τους πει «όχι». Ότι θέλουν το αποκτούν. Κανείς δεν τους μαθαίνει ότι υπάρχουν όρια, ότι υπάρχουν περιορισμοί, ότι έχουν και υποχρεώσεις πέρα από δικαιώματα.


2. Το σχολείο. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για το σχολείο και τους καθηγητές. Μήπως πολλοί από αυτούς δεν είναι γονείς; Κι αν είναι γονείς, δεν είναι πάλι πολλοί εξ αυτών γονείς παιδιών με προβληματική συμπεριφορά; Ε μα αν απέτυχαν ως παιδαγωγοί –διότι έχουν λησμονήσει το ρόλο τους αυτό- στα δικά τους παιδιά, θα επιτύχουν στα ξένα; Στο δημόσιο σχολείο οι καθηγητές ενδιαφέρονται μόνο πως θα αυξηθεί ο ήδη υπέρογκος μισθός τους σε σχέση με έναν ιδιωτικό υπάλληλο που εργάζεται 12 μήνες και πέραν του 8ωρου. Στο ιδιωτικό πάλι θα πρέπει να ξεπουληθείς για να στείλεις το παιδί σου. Επίσης με αρκετά παιδιά εκεί να έχουν οικονομική επιφάνεια, το παιδί σου για να μπορέσει να μπει στις παρέες κτλ, αναγκαστικά θα ακολουθήσει και τις πολυδάπανες επιταγές τους όπως τα πολλά-ακριβά ρούχα, το κινητό και άλλα πολλά.  Ουσιαστικά μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ή δημόσιο και παλεύεις με τη συνδικαλιστική αδιαφορία ή ιδιωτικό όπου το παιδί σε επίπεδο χαρακτήρα θα εμφανίσει άλλα προβλήματα και όπου το σχολείο είναι τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά μια οικονομική επιχείρηση με πρώτιστο στόχο το κέρδος. Άλλωστε και στα ιδιωτικά σχολεία τα τελευταία χρόνια με περιπτώσεις ναρκωτικών, κάπνισμα κλπ δεν εγγυώνται πλέον την ασφάλεια. Το απαραίτητο προσόν για να γίνεις αποδεκτός στα περισσότερα από αυτά είναι η ικανότητα ανταπόκρισης στις πληρωμές.


Κι όμως το σχολείο κάποτε είχε μεγάλη αξία. Δεν ήταν απλά ένας τόπος μόρφωσης. Πολλές φορές αντικαθιστούσε την έλλειψη της οικογένειας. Στο σχολείο οικοδομούνταν προσωπικότητες. Ο δάσκαλος ήταν υψηλά τιμώμενο και σεβαστό πρόσωπο τόσο στην πόλη όσο και στο χωριό όπου μαζί με τον κοινοτάρχη, τον ιερέα και τον αστυνομικό ξεχώριζε.

Το σχολείο όμως πλέον δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αγγαρεία που ο νόμος επιβάλλει, ποιοτικά ελάχιστα πλέον μπορεί να προσφέρει και αυτό το «ελάχιστα» το οφείλει σε όσα πραγματικά σχολεία έχουν απομείνει. Τα μαθήματα με τα βιβλία κάθε λίγο αλλάζουν, οι αλλαγές όμως ωθούν στο χειρότερο. Η ιστορία εξαφανίζεται επιμελώς από τα βιβλία. Μαθήματα που καλλιεργούν την ψυχή όπως τα καλλιτεχνικά κι η μουσική αντιμετωπίζονται πρώτα από την ηγεσία του υπουργείου κι ύστερα κατά συνέπεια από το μαθητή ως δευτερεύον μάθημα.


3. Τηλεόραση. Η τηλεόραση έχει και αυτή μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Γυρίζω πίσω στο χρόνο όταν μονοπωλούσαν η ΕΡΤ1 και η ΕΡΤ2 και θυμάμαι π.χ. κάθε απόγευμα μισή ώρα να έχει παιδικά. Προσέξτε, μισή ώρα, ούτε δύο ούτε τρεις. Δεν ήταν τυχαίο αυτό. Επίσης υπήρχε η περίφημη εκπαιδευτική τηλεόραση, όπου ο καθένας μπορούσε όντως να μάθει πολλά για διάφορα ζητήματα. Μέχρι και οι ταινίες ήταν επιλεγμένες μία προς μία ενώ οι τηλεοπτικές σειρές ακόμη συζητούνται. Εν ολίγοις δηλαδή ακόμη κι η τηλεόραση βοηθούσε στην ανατροφή του παιδιού.


Σήμερα βοηθάει στην καταστροφή του. Ανόητες σειρές και ηλίθιους τίτλους όπως π.χ. κάποια σειρά που διαφημίστηκε ονόματι «εντιμότατοι κερατάδες». Αλήθεια αν το παιδί ρωτήσει τον πατέρα του τι σημαίνει ο τίτλος, τι απάντησει θα λάβει; Τηλεριάλιτυ όπου ο καθένας εμπορεύεται το πρόβλημά του για κάποια χρήματα. Τηλεριάλιτυ παιχνίδια φέρμενα απέξω για να μάθουν να συνηθίσουμε ότι μας παρακολουθούν και για να γκρεμίσουν τα πρότυπα των παιδιών. Ο κάθε κυριολεκτικά τυχάρπαστος νέος ή κοπελίτσα θεοποιείται και μας καλεί να τον ακολουθήσουμε δίχως βέβαια να άρουμε κανένα σταυρό αλλά πετώντας αυτόν που μας δόθηκε ώστε να κηνυγήσουμε την εύκολη ζωή ενδίδοντας στο κάθε τίμημα. Επιπλέον ποιος να να θελήσει να γίνει π.χ. γιατρός όχι για να παίρνει φακελάκια αλλά για να ανακαλύψει το φάρμακο μιας ανίατης ασθένειας ενώ αν κλωτσήσει μια μπάλα θα πάρει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ το χρόνο εξασφαλίζοντας εαυτόν και απογόνους μέχρι τη 2α Παρουσία; Ποιος να προτιμήσει τον τίμιο αγώνα; Κανείς...


4. Εκκλησία. Η Εκκλησία καλείται να παίξει σπουδαίο ρόλο. Όταν οι άλλοι αδυνατούν, αυτή οφείλει να βγει και ως ποιμένας να προστατεύσει τα πρόβατα. Στην περιοχή μου σε κεντρικό της σημείο τα ναρκωτικά δίνουν και παίρνουν. Ουδείς ενδιαφέρεται. Ούτε 100 μέτρα μακριά βρίσκεται ο κεντρικός ναός του δήμου, ένας εκ των γνωστώτερων της Αθήνας. Τα 10χρονα παιδιά πάνε να παίξουν και καταλήγουν ναρκομανείς. Είπε όμως ένας φίλος ότι αν ο παπάς ο νέος σε ηλικία ήταν κι αυτός εκεί που τα παιδιά κάνουν πατίνι επιδοκιμάζοντας τα κόλπα τους και προσεγγίζοντας τους τότε ο κάθε επίδοξος έμπορος ναρκωτικών δε θα είχε λεία. Δεν είχε άδικο ο φίλος αυτός, όπως υπήρξε σωστός και σε κάτι άλλο που έδωσε ως απάντηση στο ότι η Εκκλησία εκδιώκεται από τα σχολεία. Ας πάει έξω από τα σχολεία. Ας πιάσει εκεί τα παιδιά. Αν έξω από τα κάγκελα ενός σχολείου έχει θέση ο απαγωγέας που θα πουλήσει το παιδί και τα όργανά του, ο παιδεραστής και ο έμπορος ναρκωτικών, τότε σίγουρα και ο ιερέας δικαιούται μια θέση.


Ο αρχιεπίσκοπος που αφήνει στους λόγους του να εννοείται ότι συμπαθεί εμάς τους νέους, ας αποφορτίσει τους νεαρούς σε ηλικία ιερωμένους από τη γραφειοκρατία και τις χαρτοδουλειές της Εκκλησίας και των μητροπόλεων αφήνοντάς τους να βγουν στην κοινωνία να μαζέψουν και να φροντίσουν τα πρόβατα που έμειναν δίχως ποιμένα.


Κλείνω αναφερόμενος στην παραβολή του σπορέως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το παιδί ούτε «παρά την οδό» βρίσκεται, ούτε «επί την πέτραν» ούτε ανάμεσα σε «ακάνθες» αλλά  είναι η γόνιμη γη και ότι του ρίξεις,αυτό θα φυτρώσει...


Γράφτηκε από: Σ.Χ.Μ.


14-11-2006